Σάββατο, 7 Σεπτεμβρίου 2013

Venice Review: Miss Violence. Ανατομία μιας ευτυχισμένης, αγαπημένης, ειλικρινούς ελληνικής οικογένειας. Ή και όχι.

Ένα από τα κινηματογραφικά αξιώματα στα οποία πιστεύω είναι και αυτό που υπαγορεύει ότι αν μία ταινία προκαλεί ταυτόχρονα ακραίες αρνητικές και θετικές αντιδράσεις, τότε σίγουρα κάτι έχει να δώσει. Η "Miss Violence" του Αλέξανδρου Αβρανά, η ταινία που συνέχισε την παρουσία των ελληνικών ταινιών στο διαγωνιστικό πρόγραμμα της Βενετίας τα τελευταία χρόνια )μετά το "Attenberg" και τις "Άλπεις"), ήταν μία τέτοια περίπτωση, ένα φιλμ που μετά την προβολή του άκουγες γύρω σου να το εκθειάζουν και, ταυτόχρονα, να το αποκαλούν "φριχτό".

Μία τυπική ελληνική οικογένεια. Τα γενέθλια ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Μία αυτοκτονία που έρχεται από το πουθενά. Και, το κυριότερο, τα μυστικά πίσω από τις κλεισμένες πόρτες που ενισχύουν την ψεύτικη (;) εικόνα μιας ευτυχισμένης ζωής.

Το «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά ήρθε στη Βενετία για να προκαλέσει αντιδράσεις. Στην πρωινή δημοσιογραφική προβολή, μέρος των θεατών χειροκρότησε ένθερμα, ενώ ένα άλλο κομμάτι του κοινού ξεκίνησε τα γιουχαΐσματα. Αυτός ο διχασμός, βέβαια, έφερε απρόσμενη δημοσιότητα στην ταινία, που βρήκε τη βραδινή, επίσημη πρεμιέρα της με μία κατάμεστη αίθουσα και το κοινό να την παρακολουθεί χωρίς καμία αποχώρηση, μέχρι τέλους. Το έντονο χειροκρότημα σε μία σκηνή – κλειδί της ταινίας αλλά και το παρατεταμένο χειροκρότημα στο φινάλε έδειξαν ότι, τουλάχιστον, η «Miss Violence» τράβηξε την προσοχή. Άξιζε, όμως, πραγματικά;

Η αλήθεια είναι ότι το φιλμ δεν απέχει πολύ από τις στερεοτυπικές τακτικές του λεγόμενου «Greek Weird Wave». Η ουδέτερη εκφορά του λόγου και τα ψυχρά πρόσωπα δηλώνουν και πάλι το παρών, αν και ο σουρεαλισμός του Λάνθιμου δίνει τη σκυτάλη σε έναν περισσότερο ρεαλιστικό τόνο, που κάνει ορισμένες σκηνές πραγματικά αφόρητες. Το θέμα, όμως, που καλύπτει η ταινία είναι πολύ περισσότερο σχετικό με την κοινωνία του σήμερα, την οικονομική κρίση και τον άγιο θεσμό της ελληνικής οικογένειας, και το φιλμ δε διστάζει να κλειδώσει τις πόρτες για να διατηρήσει αυτή την ψευδαίσθηση, με αποτέλεσμα να κάνει τη θέασή του ακόμα πιο άμεση και πιεστική.

Η κάμερα παραμένει κυρίως στατική, ως ακίνητος παρατηρητής. Όταν, όμως, αποφασίζει να εγκαταλείψει την στατικότητά της, σε παρασέρνει σε σκηνές που προκαλούν τις αισθήσεις (όπως, η αρχική ανατριχιαστική σκηνή της αυτοκτονίας και η επίσκεψη της Πρόνοιας στο σπίτι). Παράλληλα, οι μουσικές επιλογές της ταινίας (που, επίτηδες, είναι αρκετά... ας το πούμε, ανάλαφρες -Shaya alert) ευνοούν την δημιουργία μιας παράδοξα βαριάς ατμόσφαιρας, μέσα από την φαινομενική ηρεμία. Ίσως κατά στιγμές ο Αβρανάς να θεωρεί ότι λέει κάτι περισσότερο βαρύγδουπο από αυτό που καταφέρνει τελικά, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει τα θετικά στοιχεία της προσπάθειάς του και της σκηνοθετικής του προσέγγισης. 

Σύμμαχοί του οι πολύ καλές ερμηνείες του Θέμη Πάνου (πάτερ φαμίλια της ταινίας) και της Ελένης Ρουσσινού, οι οποίοι αφήνουν στις λεπτομέρειες να φανούν οι πραγματικοί εαυτοί των χαρακτήρων τους. Το τι θα καταφέρει η "Miss Violence" στο ελληνικό, κινηματογραφικό τοπίο θα το ανακαλύψουμε στο μάλλον, όμως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το φιλμ τράβηξε ήδη το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου και αυτό δεν είναι σίγουρα κακό. (3.5*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...