Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

#Tiff55 Review: Χειμερία νάρκη / Winter Sleep του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν (4*/5)

Πόσο τρομακτικό φαντάζει ένα φιλμ διάρκειας 196 λεπτών; Ή καλύτερα, για να ακριβολογούμε, πόσο τρομακτικό φαντάζει ένα φιλμ διάρκειας 196 λεπτών, που αντλεί έμπνευση από το σύμπαν του Τσέχοφ και του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν και το παντρεύει με την κοινωνία της Τουρκίας του σήμερα, που αναλώνεται σε εξαντλητικές συζητήσεις διάρκειας άνω των είκοσι λεπτών πολλές φορές, οι οποίες έχουν στόχο να αναλύσουν μέσω των χαρακτήρων τους τις αιτίες για την πορεία ολόκληρης μιας χώρας, που δεν διστάζει να κλειστεί μέσα στους τέσσερις τοίχους και να ωθήσει θεατές και πρωταγωνιστές στα άκρα, με στόχο την αποκάλυψη της αλήθειας;


Ένα τέτοιο φιλμ όχι μόνο φαντάζει τρομακτικό, είναι. Και αυτό συμβαίνει γιατί είναι τόσο φιλόδοξο στον σκοπό του, που είναι διατεθειμένο να αγνοήσει κάθε σειρήνα ανησυχίας για να κάνει αυτό ακριβώς που θέλει. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, μαζί με τον... τρόμο, ταυτόχρονα, προκαλεί το δέος και τελικά τον θαυμασμό, όσο κι αν αποτελεί μια από τις πιο απαιτητικές προβολές που πρόκειται ποτέ να παρακολουθήσεις. Και αυτό το γνωρίζει καλά ο Ceylan, o οποίος δεν φαίνεται να νοιάζεται για το πόσο θα δυσκολευτεί μέχρι να μεταδώσει στο κοινό τούτο το ενδοσκοπικό και εξαντλητικό, σαφώς, φιλμ, που παρά τα εχέγγυα του "Χρυσού Φοίνικα" (ο οποίος φαίνεται τελευταία δεν τιμά ταινίες με διάρκεια μικρότερη των τριών ωρών), πρόκειται να τεστάρει τις αντοχές ακόμα και των πιο σκληροπυρηνικών σινεφίλ.

Αυτό φαίνεται και από την πρώτη κρίσιμη απόφαση του Ceylan να απομακρυνθεί από τα εντυπωσιακά τοπία της Ανατολίας, που έχουν κατά καιρούς κοσμήσει την φιλμογραφία του, για να κλειστεί στους τέσσερις τοίχους ενός ξενοδοχείου, χαρίζοντάς μας μόνο ελάχιστα πλάνα της χιονισμένης Ανατολίας, ενδεχομένως τόσα όσες είναι και οι ανάσες που προλαβαίνει να πάρει και το ίδιο το καστ. Η περιοχή που έγινε σχεδόν συνώνυμη με το έργο του περιορίζει τις εμφανίσεις της μόνο στην αρχή και το τέλος του φιλμ, δίνοντας την θέση της στην υπόλοιπη διάρκεια σε σκοτεινά δωμάτια, που φωτίζονται μόνο από το τζάκι και από τις συζητήσεις των χαρακτήρων, που επιχειρούν να εξετάσουν τι είναι αυτό που τους ορίζει ως ανθρώπους (και, ουσιαστικά, ως κοινωνία).

Για αυτό και οι χαρακτήρες του, δεν είναι ο ορισμός του "εύκολου" ανθρώπου. Ο Αϊντίν κρίνει συνεχώς τους πάντες και τα πάντα, είναι μηδενιστής και έτοιμος να εκφέρει πάντα την αντιδραστική του άποψη, να μειώσει τους άλλους για τις επιλογές τους και να τους εκπλήξει με τα ασαφή όρια μεταξύ ειλικρίνειας και αγένειας, που χαρακτηρίζουν τα λόγια του. Η αδερφή του δεν φαίνεται, επίσης, να "μασάει" τα λόγια της, να κρίνει και να εκθέτει τα κακώς κείμενα, να πετάει υπονοούμενα για τους υπόλοιπους και να δικαιολογεί τον εαυτό της συνεχώς για την απραγία της. Στο ίδιο μήκος κύματος, η γυναίκα του Αϊντίν, Νιχάλ, φαίνεται να απασχολείται με πράγματα που εκείνος βρίσκει αμελητέα, να δρα με αφέλεια και να πράττει χωρίς να έχει εκτίμηση των συνεπειών, κάτι που οι υπόλοιποι χαρακτήρες βρίσκουν ευχαρίστηση στο να επισημαίνουν είτε κρυφά είτε και μπροστά της. 

Ανάμεσά τους, ο Ceylan στήνει διαλόγους που ουσιαστικά αναλύουν τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης τουρκικής κοινωνίας, την υποκρισία και την έλλειψη αυτοκριτικής της, την ισορροπία της ανάμεσα στις αυστηρές παραδόσεις του παρελθόντος και τις μοντέρνες δυνάμεις που απειλούν να την μεταβάλλουν, το ανικανοποίητο και τις ανοχές και την διαφορά τους από την αντοχή και την ξεροκεφαλιά την έλλειψη υπευθυνότητας και την ανάγκη να βρεθεί κάποιος αποδιοπομπαίος τράγος για τα πάντα, κάτι που έτσι κι αλλιώς είχε γίνει απόλυτα εμφανές από την προηγούμενη ταινία του "Κάποτε στην Ανατολία". Η διαφορά αυτή τη φορά έγκειται στο γεγονός ότι συνδυάζει τα παραπάνω με εκλάμψεις πραγματικής ευφυΐας κατευθείαν από το σύμπαν του Ingmar Bergman, διαλόγους γεμάτους υπαρξιακές ανησυχίες και ψυχαναλυτικές προεκτάσεις, όπως εκείνες θα παραμορφώνονταν μέσα από το πρίσμα του τουρκικού τρόπου σκέψης. Αν κάποιος λάβει υπόψη του ότι όλα αυτά συμβαίνουν ακριβώς πάνω στην επέτειο των εκατό χρόνων του Τουρκικού κινηματογράφου, καταλαβαίνει όχι μόνο την αξία της ταινίας αλλά και την σημειολογία της χρονικής συγκυρίας.

Ο ασφυκτικός περιορισμός της ιστορίας στους τέσσερις τοίχους αλλά και κάποιες αναπόφευκτες διαλογικές επαναλήψεις που μαρτυρούν ότι η ταινία θα μπορούσε να εγκαταλείψει τουλάχιστον ένα μισάωρο από την διάρκειά της είναι οι μοναδικές αλλά σημαντικές ενστάσεις σχετικά με το φιλμ, που το αποτρέπουν από το να γίνει ένα πραγματικό αριστούργημα, όπως ίσως θα επιθυμούσαν οι θαυμαστές του Ceylan. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι το φιλμ δεν είναι μια πραγματική κινηματογραφική εμπειρία, από εκείνες που μπορεί να σε εξαντλήσουν και να σε εκνευρίσουν, όσο ταυτόχρονα προκαλούν τον θαυμασμό σου και μια ξεχωριστή θέση στην μνήμη σου. Το ευρύ κοινό θα τα βρει σίγουρα πολύ σκούρα, όμως, αν το θερμό χειροκρότημα του κοινού στο τέλος της προβολής του Ολύμπιον είναι μια ένδειξη, τότε τα πράγματα δείχνουν αισιόδοξα για την ελληνική πορεία της ταινίας στις αίθουσες. Είναι τρελοί αυτοί οι φεστιβαλικοί. (4*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...