Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

#tiff55 Review: Δύο μέρες, μία νύχτα / Deux jours, une nuit των αδερφών Νταρντέν (3,5*/5)

Δεν μπορείς να κατηγορήσεις για ασυνέπεια τους αδερφούς Νταρντέν. Ήταν πάντα πίσω από τους ίδιους ήρωες (κυριολεκτικά, με την κάμερα συνεχώς πάνω από τον ώμο τους), κατέγραφαν πάντα τις ίδιες ανησυχίες, κρύβονταν διαρκώς πίσω από την ίδια ιδεολογία, που υποστήριζε τον αγώνα του - στα μάτια πολλών - ασήμαντου ανθρώπου ενάντια σε καταστάσεις που και ο ίδιος ακόμα δεν καταλάβαινε ακριβώς. Η Rosetta ήταν αγρίμι αλλά δεν καταλάβαινε ακριβώς το γιατί. Η Lorna ήταν αποφασισμένη αλλά δεν μπορούσε κανείς να αποκρυπτογραφήσει τον λόγο που παρουσίαζε αυτό το πάθος. Ευτυχώς, η Sandra είναι και αγρίμι και αποφασισμένη και έχει ξεκάθαρο κίνητρο αυτή την φορά.

Γιατί στις Δυο μέρες, μια νύχτα, ήδη από τα πρώτα πέντε λεπτά, ο θεατής γνωρίζει την κινητήριο δύναμη της Sandra και μπορεί εξαρχής να ταχθεί δίπλα στον αγώνα της, που βλέπει τους Νταρντέν να επιστρέφουν στην εργατική θεματολογία του "Le fils" και του "La promesse": η Sandra επιστρέφει στην δουλειά ύστερα από την μάχη της με μια απροσδιόριστη μανιοκαταθλιπτική κρίση για να ανακαλύψει ότι ουσιαστικά, πρέπει να απολυθεί για να μπορέσουν οι συνάδελφοί της να λάβουν το bonus τους. Ο μόνος τρόπος να το αποτρέψει είναι να τους πείσει κατά την διάρκεια ενός Σαββατοκύριακου να ψηφίσουν υπέρ της παραμονής της στην επαναληπτική ψηφοφορία της Δευτέρας. Είναι ένα απλό και αποτελεσματικό εναρκτήριο σημείο, που δίνει την δυνατότητα στους σκηνοθέτες να περάσουν κατευθείαν στην δεύτερη πράξη, χωρίς περαιτέρω ανάγκη στοιχειοθέτησης ή ανάλυσης του χαρακτήρα.

Εξάλλου, ανέκαθεν στην φιλμογραφία τους, οι ήρωές των Νταρντέν μιλούσαν μόνο μέσα από τις πράξεις του, οι οποίες αποτελούσαν την μοναδική δίοδο προς ό,τι ήταν αυτό που συνέβαινε στο μυαλό τους. Αρκετά, ειρωνικά, η Sandra βρίσκεται στην δύσκολη θέση να πρέπει να εξηγεί ξανά και ξανά το ίδιο σενάριο, με την ίδια δυσκολία κάθε φορά αλλά ανακαλύπτοντας στην πορεία τον τρόπο να το παρουσιάσει ως επιτακτικό αλλά όχι ως δραματικό, απελπισμένα αλλά και περήφανα, ισορροπώντας ανάμεσα στον λαϊκισμό και το αγνό, υπαρξιακό δράμα. Θα μπορούσε κανείς να δει την ταινία ως μια κοινωνική εκδοχή ενός σεναρίου επιστημονικής φαντασίας, όπου ο ήρωας ζει ξανά και ξανά την ίδια στιγμή με διαφορετικά αποτελέσματα, δοκιμάζοντας εναλλακτικά σενάρια με στόχο να καταφέρει να ολοκληρώσει  την "πίστα"με το καλύτερο δυνατό σκορ.

Οι Νταρντέν, όμως, τοποθετούν την ιστορία τους σε σταθερές κοινωνικές βάσεις, έχοντας την ευκαιρία, μέσα από την οδύσσεια της Sandra, να αποτυπώσουν τις οικονομικές δυσκολίες της Γαλλικής κοινωνίας του σήμερα, μακριά από την λάμψη του κοσμοπολίτικου Παρισιού και των λαμπερών Γαλλικών κομεντί, χωρίς, όμως, να χάνουν την πίστη τους στον άνθρωπο. Ανεξάρτητα από το τέλος του φιλμ (no spoilers), η Δύο μέρες, μία νύχτα είναι μία ουσιαστικά αισιόδοξη ταινία, που παρά τις δυσκολίες της ηρωίδας της και την απελπισία της καταφέρνει να ανακαλύψει τα καλά σημεία του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, χωρίς να καταφεύγει σε αυστηρά στερεότυπα (ο κακός εργοδότης, ο ύπουλος συνάδελφος) αλλά προσπαθώντας να κάνει μια κατά το δυνατόν πληρέστερη εργατική ηθογραφία.

Φυσικά, στο επίκεντρο της ιστορίας δεν βρίσκεται ο ηθογραφικός χαρακτήρας της ταινίας αλλά η ιστορία της Sandra της Marion Cotillard, η οποία μπορεί να είναι η πιο "λαμπερή" από όλες τις ηρωίδες των Νταρντέν, όμως, δεν ξεφεύγει από το "νταρντενικό", ρεαλιστικό πρότυπο, δίνοντας την ευκαιρία στην Cotillard να παραδώσει μια ερμηνεία συγκρατημένη αλλά παθιασμένη, να παίξει με το σώμα και τον τόνο της φωνής, να κρύψει τον τρόμο και την ανασφάλεια πίσω από φτιαχτές άμυνες και τελικά να αντιμετωπίσει τους φόβους της χωρίς τρόμο για το μέλλον. Έχω ξαναμιλήσει για το πόσο λατρεύω το γεγονός ότι οι Γαλλίδες ηθοποιοί δεν φοβούνται να βγουν από την λαμπερή φούσκα τους και να τσαλακώσουν την εικόνα τους όπως χρειαστεί και η Marion Cotillard είναι ακόμα μια απόδειξη σε αυτή την μακριά λίστα γυναικών ηθοποιών από την Γαλλία που δεν αφήνουν την εικόνα τους να επηρεάσει με τίποτα τα καλλιτεχνικά τους κριτήρια.

Στην τελική, η ταινία νιώθει "οικεία", όπως θα ήταν κάθε ταινία ενός σκηνοθέτη που γνωρίζει ποιες είναι οι δυνάμεις του, όμως είναι αποτελεσματική και ξεχειλίζει ενέργειας (θα μπορούσαμε να πούμε ότι αγγίζει και το θρίλερ), ακόμα κι αν της λείπει το ρίσκο ή η αίσθηση του απρόβλεπτου. Είναι αυτό κακό; Θα έλεγα πως όχι αλλά θα ήθελα να δω τους Νταρντέν να δοκιμάζουν και κάτι άλλο, ακόμα κι αν στην πορεία αποτύχουν με θόρυβο. Εξάλλου, οι ήρωές τους ποτέ δεν υπολόγιζαν και τόσο τις συνέπειες μπροστά στην δύναμη των ορμών τους. (3,5*/5)

Η ταινία προβάλλεται την Κυριακή, Νοεμβρίου 2 στις 20:15 στο ΟΛΥΜΠΙΟΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...