Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Reviews: Οι υπόλοιπες ταινίες της διοργάνωσης


Τις τελευταίες ημέρες, παραδέχομαι ότι σας έχω ζαλίσει με τα αναλυτικά σχόλια για της ταινίες της φετινής Mostra που μονοπώλησαν κυρίως το δικό μου ενδιαφέρον, ελπίζω και άλλων. Πέρα, όμως, από τις κραυγαλέες περιπτώσεις, υπάρχουν και τα φιλμ που δεν δικαιολογούν την αφιέρωση ολόκληρου κειμένου, όμως, είναι κρίμα κι άδικο να κλείσουν τον φεστιβαλικό κύκλο (για τώρα, γιατί στο μέλλον είναι σίγουρο ότι θα συναντήσουμε ξανά αρκετά από αυτά) χωρίς έστω μια σύντομη αναφορά. Το τελευταίο κείμενο που αφορά την φετινή Βενετία αξιολογεί τις χαμηλότερου προφίλ ταινίες της διοργάνωσης σε 3... 2... 1...


One on One (Il-dae-il) του Kim Ki-duk
Υπάρχει ο καλός Kim Ki Duk, ο κακός Kim Ki Duk και ο απόλυτα αδιάφορος Kim Ki Duk, που δεν σου δίνει καν την ευκαιρία να κανιβαλίσεις και να διασκεδάσεις την ανυπόστατη ακρότητά του. Το One on one ανήκει δυστυχώς στην τελευταία κατηγορία, όντας μια ιστορία εκδίκησης χωρίς χαρακτήρες, κενή ουσιαστικού δράματος και συναισθηματικής κορύφωσης, που αγνοεί ακόμα και βασικούς κανόνες αφηγηματικής ανάπτυξης για να γίνει όσο πιο πεζή γίνεται. Με σαφή προβλήματα στη δομή της ιστορίας και μια πλοκή που θέλει να γίνει προκλητική αλλά δεν ακουμπά καν, η ταινία παραμένει χωρίς λόγο ύπαρξης, μην καταφέρνοντας καν να δικαιολογήσει την φήμη της "σκληρής ταινίας" που την ακολουθεί. Η επόμενη φορά θα είναι ΠΟΛΥ κρίσιμη για τον σκηνοθέτη πάντως, αν υπάρχει κόσμος που θα είναι ακόμη διατεθειμένος να τολμήσει ταινία του. (1*/5)

Métamorphoses του Christophe Honoré
Ο Honoré διασκευάζει Οβίδιο, ο οποίος διασκευάζει ελληνική μυθολογία, και το αποτέλεσμα είναι εξίσου γελοίο, πρωτότυπο, δήθεν και αυθεντικά ενδιαφέρον, τυπική περίπτωση δύο αστεράκια και καρδούλα δηλαδή, τουλάχιστον για τα δύο τρίτα της διάρκειας της ταινίας. Κρατώ την απολαυστική ζηλιάρα Ήρα και το πλούσιο ζωικό βασίλειο που παρελαύνει από την οθόνη (όπως και τον μύθο του Ορφέα, ερμηνευμένο κάτω από την επιφάνεια της στάθμης του νερού), ξεχνώ την ξενέρωτη Ευρώπη (είναι και πρωταγωνίστρια, τρομάρα της) και την αποσπασματική φύση του σεναρίου. Σαν μικρού μήκους θα έλαμπε, αλλά τώρα ψάχνουμε τα σημεία εκλάμψεων ανάμεσα στο άφθονο συμπληρωματικό (και επουσιώδες) υλικό. Οι Θεοί θα ήταν έξαλλοι, όμως, εξαρχής, οι δυνατότητες των ανθρώπων ήταν περιορισμένες. (2*/5)

Dearest του Peter Chan
Είναι τρελά ξενερωτικό να ξεκινάς να βλέπεις ταινία που αναμένεις τόσο πολύ και συνειδητοποιείς ότι αυτό που βλέπεις είναι μια γενικότητα και μισή (καλογυρισμένη μεν, γενικότητα δε). Είναι, όμως, εξαιρετική επιβράβευση όταν, μισή ώρα μετά, η ταινία που ανέμενες τόσο πολύ και θεώρησες γενικόλογη (και μισή) αποδεικνύει ότι σε παραπλάνησε επίτηδες για να ξεδιπλώσει στη συνέχεια σταδιακά τις παραμέτρους του προβλήματος και να το κάνει βαθύ, συγκινητικό και απόλυτο παραγωγό προβληματισμού. Μπορεί ο Peter Chan να έγινε γνωστός για τα ρομαντικοειδή φιλμ του (Comrades: Almost a love story, Perhaps love), εδώ, όμως, καταφέρνει να αποδειχτεί το ίδιο ικανός στο θρίλερ και στην πρόκληση εύρους συναισθημάτων από τον θεατή, όπως θα έπρεπε να κάνει κάθε σκηνοθέτης του επιπέδου του. Αυτό που ξεκινάει ως δράμα, συνεχίζει ως αγωνιώδης περιπέτεια και καταλήγει σε κοινωνικό σχόλιο για την ίδια την Κίνα και χωρίς να το περιμένεις καν, με δάκρυα που σου βγαίνουν αβίαστα στους φινάλε. Άψογο. (4*/5)

Tales (Ghesse-ha) της Rakhshan Bani-Etemad
Tο "Ghesseha" προσπάθησε να κάνει μια καταγραφή της σύγχρονης κοινωνικής κατάστασης στο Ιράν, συνεχίζοντας την προσπάθεια από την πλευρά της "μεγάλης κυρίας του Ιρανικού σινεμά", Rakhshan Bani-Etemad να απεικονίσει το τώρα χωρίς παρωπίδες αλλά πάντα μέσα στα επιτρεπτά ιρανικά πλαίσια. Το προκαταρκτικό ενδιαφέρον για το φιλμ προερχόταν, επίσης, κι από το γεγονός ότι οι χαρακτήρες των σπονδυλωτών ιστοριών του "Ghesseha" ήταν ήρωες των προηγούμενων ταινιών της, δίνοντας μία παράδοξη αίσθηση συνέχειας σε όσους ήταν εξοικειωμένοι ήδη με το έργο της. Ταυτόχρονα, το φιλμ αποτελεί την παύση της οκταετούς αποχής από το σινεμά που είχε αποφασίσει η Bani-Etemad, λόγω των αυξανόμενων παρεμβάσεων του Ιρανικού κράτους (λέγε με και λογοκρισία). Δυστυχώς, παρόλα αυτά, το αποτέλεσμα παρέμεινε μόνο στις καλές προθέσεις, καθώς η ταινία προέκυψε και υπερβολικά διδακτική αλλά και κάπως αφελής, προσπαθώντας να απλοποιήσει τα μηνύματά της, αν και αφορούν πολύπλοκα κοινωνικά - και ηθικά - θέματα. (2*/5)

Fires on the Plain (Nobi) του Shinya Tsukamoto
Το Nobi του Shinya Tsukamoto είναι μια ακόμη προσωπική ιστορία εν μέσω πολέμου, ή έστω στην σφαίρα επιρροής του, που ακολουθεί την περιπλάνηση ενός Ιάπωνα στρατιώτη στην ζούγκλα των Φιλιππίνων, λίγο μετά την λήξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και την υποχώρηση των Ιαπωνικών στρατευμάτων. Όπως θα περίμενε κανείς από τον δημιουργό του "Tetsuo", εδώ υπάρχουν πολλές γραφικές σκηνές βίας, έντονη ηχητική (ηλεκτρονική) μπάντα που δυναμώνει την ισχύ των κραυγών και τον ήχο των πολυβόλων, χαώδες μοντάζ και συνεχώς κινούμενη κάμερα αλλά και τον ίδιο τον Tsukamoto στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το πρόβλημα είναι ότι όλο αυτό τελικά καταλήγει υστερικό και όχι ουσιαστικά δραματικό, σαν κολλάζ σκηνών βίας χωρίς πραγματικό αντίκτυπο. Ακόμα χειρότερα, η αισθητική της ταινίας με την ψηφιακή φωτογραφία της ζούγκλα και των σκηνών μάχης στην ομίχλη δείχνει "φτηνή" και τις περισσότερες φορές εκθέτει τους περιορισμούς της παραγωγής. Ό,τι δούλεψε στο "Tetsuo", εδώ, δυστυχώς, φαντάζει εκτός τόπου και χρόνου, όμως, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις την τόλμη του Tsukamoto να προσαρμόσει την τεχνική του σε άλλον τελείως άξονα. (2*/5)

The Goob του Guy Myhill
Δεν επανεφεύρει ακριβώς τον τροχό αλλά κάνει αρκετά πράγματα σωστά, ώστε να κερδίσει στα σημεία και να παρουσιάσει μια ελλιπή μεν αλλά ικανή ιστορία ενηλικίωσης, όπως θα περίμενε κανείς από ένα κοινωνικό βρετανικό δράμα, που έχει συνηθίσει ως είδος να κοιτά στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις για να ανακαλύψει την αισιοδοξία μέσα στην απελπισία. Η φροντισμένη ατμόσφαιρα βοηθάει, η φιγούρα του κεντρικού πρωταγωνιστή επίσης, τα περιοδικά κλισέ όχι και τόσο, όμως, στην τελική, το The Goob παρουσιάζει μια ειλικρίνεια και μια φυσικότητα που το κάνουν γοητευτικό, ελκυστικό και αρκετά ενδιαφέρον και αυτό είναι περισσότερο από αρκετό. (3*/5)

The President του Mohsen Makhmalbaf
Όταν ξεκινούν οι πρώτες σκηνές του President, νομίζεις ότι θα παρακολουθήσεις μια χοντροκομμένη σάτιρα, που έχει βάλει στο μάτι όλα τα απολυταρχικά καθεστώτα ανατολικής προέλευσης, και που επιχειρεί με προφανή τρόπο να διακωμωδήσει τις πρακτικές τους και την νοοτροπία όσων τα επέβαλαν.

Στην πορεία, όμως, ακολουθώντας το ταξίδι του έκπτωτου μονάρχη στην χώρα που μέχρι τώρα είχε υπό τις εντολές του (η σκηνή της καταδίωξης της προεδρικής λιμουζίνας στους δρόμους εν μέσω διαδηλώσεων είναι ανθολογίας), η ταινία αλλάζει σταδιακά στιλ, αφήνει στην άκρη τις χοντράδες και το μάλλον φτηνό χιούμορ, και αποκτά διαφορετική συνείδηση, όλο και πιο κοντά στην πραγματικότητα.

Μερικές σκηνές χτυπούν ως πομπώδεις όμως η πλειοψηφία των επιμέρους επεισοδίων λειτουργεί άψογα, είτε πρόκειται για την δραματική ιστορία του κατάδικου που επιστρέφει στο σπίτι του και η κάμερα ακολουθεί την ιστορία κολλημένη συνεχώς στο πρόσωπό του, είτε πρόκειται για το γαμήλιο γλέντι που πηγαίνει τελείως λάθος, είτε πρόκειται για τον χορό της κάμερας γύρω από τους ανθρώπους, όσο εκείνοι περνούν ένα τσιγάρο από χέρι σε χέρι.

Η εικόνα του μικρού παιδιού είναι το δόλωμα, η ψυχή, όμως, της ταινίας είναι ο ίδιος ο Πρόεδρος από την αρχή έως το αποτελεσματικό φινάλε, που βάζει σε σκέψεις και ρίχνει μαύρο την κατάλληλη στιγμή, πριν οδηγηθεί σε ηθικοπλαστικές περιοχές. Κάποιοι ίσως νιώσουν ότι η ταινία κουνάει εμφανώς το δάχτυλο, θα έχουν χάσει, όμως, όλο το νόημα. (3,5*/5)

Reality (Réalité) του Quentin Dupieux
Σιχαίνομαι τον Ντουπιέ και δεν έχω καταφέρει να ολοκληρώσω ποτέ ταινία του γιατί εκνευρίζομαι κάπου στην μέση και την παρατάω, θέλοντας να διατηρήσω την πνευματική μου υγεία. Στο Reality, όμως, miracolo!, miracolo!, κατάφερα να αντέξω μέχρι το τέλος και χωρίς απώλειες μάλιστα, μόνο με μερικές κλεφτιές ματιές ωσάν Ιζαμπέλ Ιπέρ με περίοδο σε όσους έσκαγαν στα γέλια κάθε φορά που άνοιγε πρωταγωνιστής το στόμα του, είτε έλεγε κάτι όντως αστείο είτε όχι.

Το σύμπαν του Ντουπιέ είναι τόσο exclusive που δύσκολα μπορεί να κερδίσει κάποιον που δεν είναι ήδη κομμάτι του από τις προηγούμενες ταινίες, όμως, αυτό που κάνει υποφερτή αυτή την φορά την εμπειρία είναι το γεγονός ότι ο παραλογισμός είναι δημιουργικός, εφευρετικός και δεν αναλώνεται σε παρεξηγήσεις της κακιάς ώρας ή κατατονικές ερμηνείες χωρίς λόγο και αιτία. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα arthouse Inception, ένα παιχνίδι πολλαπλών πραγματικοτήτων, μια ιστορία όπου η ζωή συναντά την φαντασία και οι δυο μαζί το θέαμα.

Ναι, το Reality είναι η πρώτη πραγματικά ενδιαφέρουσα ταινία του Ντουπιέ, που ξεπερνάει το gimmick του concept της και γίνεται κάτι ολοκληρωμένο που στο τέλος, εντάξει, έχει μια κάποια πλάκα. Αρχίζω και με ανησυχώ. (3*/5)

Black Souls (Anime nere) του Francesco Munzi
Είμαι ο τελευταίος που θα βρεις να υπερασπίζεται ιταλικό mob δράμα, όμως, μερικές φορές, συμβαίνουν και θαύματα. Το Anime Nere κρατάει χαμηλούς τόνους στην πλειοψηφία της διάρκειάς του, αναπτύσσει τις εξελίξεις με στρωτό και ομαλό τρόπο, δεν κάνει υπερβολές στην αποτύπωση του δράματος, γνωρίζει πότε πρέπει να ανεβάσει ταχύτητα, πότε να χτίσει την ένταση και πότε να την εκτονώσει με θόρυβο και αντιλαμβάνεται πώς πρέπει να στήσει μια προσωπική ιστορία, ώστε το συναισθηματικό pay-off του τέλους να έχει την μέγιστη επιρροή. Απλά τυχαίνει να μιλά ιταλικά. Κανείς, όμως, δεν είναι τέλειος. (4*/5)

40-Love (Terre Battue) του Stéphane Demoustier
Γαλλική ταινία με την Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι που δεν έχει υστερία από την Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι είναι ταινία μισή από αρχή, όμως, το Terre Battue καταφέρνει να ανασκευάσει τις εντυπώσεις ρίχνοντας τελικά το κέντρο βάρους στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, μεταμορφώνοντας την ιστορία σε ένα δράμα που αφορά την σχέση πατέρα-γιου, όχι μακριά από την αισθητική των ταινιών των Νταρντέν (που κάνουν την παραγωγή). Με τις θεματικές της οικογένειας, της δουλειάς και των σπορ να προσδίδουν μια υφή τόσο κοινωνική όσο και πολιτική στην ταινία, δεν μπορείς να βρεις πολλά πράγματα αρνητικά να της προσάψεις, ίσως εκτός από μια γενική κοινοτυπία, που δεν την αφήνει να γίνει κάτι μοναδικό και αυτόνομο. Κακή πάντως δεν την λες, χωρίς δυναμική ούτε, και είναι σίγουρο ότι, αργά ή γρήγορα, θα την δούμε και στην χώρα μας, είτε σε κάποιο γαλλόφωνο *γκουχ γκουχ* φεστιβάλ είτε και σε κανονική διανομή. Αλλιώς τότε είναι που η Τεντέσκι θα ξεκινήσει τις υστερίες. (3*/5)

Jackie & Ryan της Ami Canaan Mann
Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί μου άρεσε αυτή η ταινία τόσο πολύ. τόσο πολύ. Ίσως να φταίει η συνεχής country υπόκρουση που γίνεται ξεχωριστός χαρακτήρας μέσα στην ταινία. Ίσως να είναι η ειλικρίνειά της να μην θεωρεί τον εαυτό της κάτι παραπάνω από αυτό που ουσιαστικά αποτελεί. Ίσως να κερδίζει πόντους από την ρεαλιστική και όχι τόσο ρομαντικά ουτοπική εξέλιξη. Ίσως να κερδίζει πόντους γιατί κλείνει την ιστορία ακριβώς εκεί που ήθελα. Ίσως να είμαι απλά καλός άνθρωπος. Ίσως να μου έριξαν κάτι στο φαγητό. Αλλά, ω Θεοί, πόσο το χάρηκα το χειροκρότημα στο τέλος. (3.5*/5)

Return to Ithaca (Retour à Ithaque) του Laurent Cantet
Καλύτερη ταινία Venice Days: Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι crowd pleaser, ότι είναι διασκεδαστικό, ότι ταυτόχρονα προβληματίζει και ότι είναι αβίαστα ειλικρινές σε αυτό που πάει να κάνει, σχολιάζοντας την ιστορία της Κούβας αλλά και την ενηλικίωση των ηρώων του. Το δικό μου πρόβλημα είναι ότι όλο αυτό μου φάνηκε κάπως διδακτικό, ότι έλεγε αυτό που θα ήθελε να ακούσει ο μέσος άνθρωπος, ότι δεν πήρε ρίσκα, ότι κινήθηκε πολύ στην ασφάλεια. Είναι απόλυτα λογικό που βραβεύτηκε στις Venice Days, γιατί προσέφερε ακριβώς αυτό που θα ήθελε ο μέσος θεατής, όμως, αρκεί αυτό για να την κάνει μια πραγματικά καλή ταινία; Θα σκεφτώ. (2,5*/5)

Court του Chaitanya Tamhane
Καλύτερη ταινία Orizzonti: Εξαιρετικά απλό στην εκτέλεση και ταυτόχρονα πολύ φιλόδοξο στις προθέσεις του, το Court, μέσα από μια δικαστική διαμάχη, στην οποία ένας τραγουδιστής παραδοσιακών τραγουδιών κατηγορείται ότι έσπρωξε στην αυτοκτονία κάποιον με ένα τραγούδι του, αποκαλύπτει σχεδόν όλο το δικαστικό σύστημα της Ινδίας, πτυχές της κοινωνικής δομής, λεπτομέρειες της λειτουργίας κρατικών φορέων και τελικά δημιουργεί μια σαφή εικόνα σχετικά με το τι συμβαίνει στον Ινδικό κόσμο, μακριά από το Bolywood και τα εύθυμα τραγούδια. Ισχυρό ντεμπούτο, αξίζει αναγνώρισης και προβολής. (3.5*/5)


Γρήγορος γύρος

Melbourne του Nima Javidi: Καθαρά Φαραντι-κής σχολής αλλά λιγότερο ραφιναρισμένο λόγω πρώτης δουλειάς, μερικώς δράμα, μερικώς μυστήριο ακριβώς στο ύφος του "Τι απέγινε η Έλι" αλλά περιορισμένων ικανοτήτων, και, όμως, καταφέρνει να πει μια μικρή ιστορία με αρκετό ενδιαφέρον, χωρίς να πλατειάζει και κρατώντας αρκετές ανατροπές στην αφήγησή του, ακόμα και παρά το γεγονός ότι διαδραματίζεται αποκλειστικά εντός των τοίχων ενός διαμερίσματος. Μοντέρνο ιρανικό σινεμά, χεχ, who knew. (3*/5)

La vita oscena του Renato De Maria: Αν το έβλεπε ο Ξαβιέ Ντολάν, θα γύριζε ασπρόμαυρο, σοβιετικό δράμα. (1*/5)

Olive Kitteridge της Lisa Cholodenko: Στην Βενετία, η ΜακΝτόρμαντ δικαιολόγησε την απόφασή της να ασχοληθεί με το project αναφέροντας ότι μια γυναικεία ιστορία, για να αναπτυχθεί πλήρως, χρειάζεται παραπάνω από 1 ½ με 2 ώρες. Κατά τις δηλώσεις της, 4 ώρες είναι καλά. 6, ακόμα καλύτερα. 10, ονειρικά. 2 χρόνια; Άψογα! Για τη διάσημη ηθοποιό, το σύστημα του Χόλιγουντ είναι χτισμένο γύρω από τις ιστορίες ανδρών, οπότε η τηλεόραση είναι το ιδανικό μέσο για την αφήγηση στιβαρών σεναρίων με κεντρικούς ήρωες γυναίκες, καθώς δίνει τα περιθώρια για την πλήρη ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας. Αν το αποτέλεσμα είναι το Olive Kitteridge, ΠΟΣΟ ΔΙΚΙΟ ΕΧΕΙ. Δεν βλέπω γενικά σειρές αλλά ΔΕΙΤΕ ΤΟ. (4*/5)

Leopardi (Il giovane favoloso) του Mario Martone: Πολύ όμορφο εικαστικά αλλά αποκλείει τόσο πολύ το διεθνές κοινό από τον κόσμο του που σχεδόν δεν αξίζει να ασχοληθείς μαζί του. Επίσης, πρωτότυπη η χρήση ηλεκτρονικής μουσικής σε έργο εποχής, αλλά μήπως καταντά λίγο μονότονη η συνεχής χρήση του ίδιου θέματος; (2*/5)

Villa Touma της Suha Arraf: Υπάρχει μια γραμμή που ορίζει την περιοχή των γυναικείων ταινιών που μπορώ να αντέξω. Αυτή η ταινία δεν βρίσκεται εντός των ορίων της περιοχής αυτής. (1,5*/5)

Revivre (Hwajang) του Im Kwon-taek: "Αγάπη μου, δώσε μου τις πέρλες, θα δω κορεάτικη σαπουνόπερα" (1,5*/5)

Flapping in the Middle of Nowhere (Ðap Cánh Giua Không Trung) της Diep Hoang Nguyen: Στρωτό, καίριο, καλοστημένο ντεμπούτο, που έχει να αναδείξει και μια ουσιαστική ανθρώπινη ιστορία στο επίκεντρο, όσο στις γωνίες των κάδρων γλιστρούν λεπτομέρειες από το κοινωνικό status quo, ειλικρινείς αλλά με μια διάθεση αισιοδοξίας, ή έστω όχι βάρβαρης μιζέριας. Ιδιαίτερα με τον καιρό, σχηματίζει μια όλο και πιο ολοκληρωμένη εικόνα στο μυαλό, κερδίζοντας την θέση της στο χωλ της φεστιβαλικής μνήμης και έτοιμη για το υπόλοιπο της πορείας της. Φεστιβαλικοί θεατές στην Ελλάδα, κρατείστε μια σημείωση. (3,5*/5)

The Council of Birds (Zerrumpelt Herz) του Timm Kröger: Συγκλονιστική φωτογραφία, ωραία μουσική, στοιχειωτική ατμόσφαιρα, αναιμική αφήγηση. Είναι σαφές πως ο Kroger πάει να δημιουργήσει μια σπουδή πάνω στην ατμόσφαιρα, όπου η λογική και ο ρεαλισμός έρχονται σε αμφισβήτηση, όμως, ακόμα δεν κατέχει την εμπειρία να τα τελειοποιήσει τα στοιχεία σε ένα σύνολο που τον τιμά. Το τελικό αποτέλεσμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον στις προθέσεις του (ας μην ξεχνάμε ότι το φιλμ αποτελεί ουσιαστικά την διπλωματική δουλειά του σκηνοθέτη), όμως, παραμένει ελλιπές και άναρχο, αν και υπόσχομαι να παρακολουθώ τον σκηνοθέτη για να δω τι θα προσφέρει στην συνέχεια. (2*/5)

Bypass του Duane Hopkins: Αν ήταν σε κανονική ταχύτητα, δε θα ξεπερνούσε σε διάρκεια την μία ώρα. Επίσης, περισσότερα lens flare κι από ταινία του JJ Abrams. Τίμιο κατά τα άλλα, υποθέτω, αλλά 1) τα έχουμε όλα ξαναδεί και 2) πόσο pretentiousness να αντέξει κανείς. (2*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...