Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Venice Review: Réparer les vivants (Heal the Living) της Katell Quillévéré

Μπορεί το "Suzanne" [The Frame Game Review] της να μην είχε τον τελικό αντίκτυπο που θα ήθελα, δεν μπορώ όμως να αμφισβητήσω τόσο την ενδιαφέρουσα προσέγγιση που ακολούθησε η Katell Quillévéré στην ταινία όσο και τον μη παραδοσιακό τρόπο που επέλεξε για να παρουσιάσει τους ήρωές της. Η ίδια φρέσκια ματιά είναι παρούσα και στο "Réparer les vivants", το νέο φιλμ από την Γαλλίδα σκηνοθέτιδα που μαζί με μερικές ακόμα συντοπίτισσές της (την Alice Winocour, την Rebecca Zlotowski κ.ά.) προσπαθούν συντονισμένα να χρησιμοποιήσουν τα παραδοσιακά "γαλλικά" κινηματογραφικά χαρακτηριστικά με έναν πιο μοντέρνο τρόπο, ενσωματώνοντας μια εξαιρετικά χρήσιμη γυναικεία ματιά στα όλα δρώμενα, για να αφηγηθούν ιστορίες που αναμιγνύουν τα είδη και χρησιμοποιούν χίλιες δυο επιρροές ώστε τελικά να τις ξεπεράσουν και να δημιουργήσουν κάτι εξωφρενικά πολυσχιδές αλλά και, ως του θαύματος, συμπαγές.

Εδώ η Quillévéré ουσιαστικά παίρνει  ένα medical drama τύπου "Grey's Anatomy" και το χωρίζει στα δύο για να αφηγηθεί δύο επιμέρους ιστορίες, εκείνη του δότη και εκείνη του ανθρώπου που δέχεται την μεταμόσχευση. Ταυτόχρονα, ντύνει την ταινία με την φανταστική μουσική του Alexandre Desplat, φροντίζοντας να ενώσει τα δύο μέρη της αφήγησης στο κέντρο με ένα εκπληκτικό τρίλεπτο κοντσέρτο για πιάνο (γιατί μπορεί) θυμίζοντας κατά μία περίεργη έννοια το "The beat that my heart skipped" του Jacques Audiard, απλά αντικαθιστώντας τα γκανγκστερικά γεγονότα με τους διαδρόμους ενός νοσοκομείου. Εδώ θα βρει κανείς την ίδια κλινική προσέγγιση στο δράμα, χωρίς περιττές υπερβολές ή εξάρσεις, αλλά και την προσπάθεια αποκάλυψης της συναισθηματικής ισορροπία του κάθε ανθρώπου πίσω από την επιφάνεια, η οποία δίνει καρδιά στην όποια ψυχρή συμπεριφορά παρουσιάζεται.

Επιπλέον, η Quillévéré κάνει διάσπαρτες απρόβλεπτες σκηνοθετικές επιλογές που αποδεικνύουν την πρόθεσή της να "αναταράξει" τα πράγματα. Για παράδειγμα, το πρώτο δεκάλεπτο με το δυστύχημα και τον τρόπο που το παρουσιάζει είναι αποστομωτικό στον λυρισμό του. Επίσης, το δέσιμο των δύο ιστοριών με το κοντσέρτο για πιάνο προσφέρει έναν απρόσμενο συναισθηματικό πυρήνα στην ταινία. Επιπλέον, η οπτικοποίηση της φαντασίας και η αντιδιαστολή με την πραγματικότητα μπορεί να ακούγεται κλισέ, όμως η Quillévéré  βρίσκει τον τρόπο να την κάνει σε τέτοιο βαθμό που μέχρι να το συνειδητοποιήσεις, η στιγμή έχει ήδη περάσει (η σκηνή με την Monia Chokri στον ανελκυστήρα, πχ). Όλα αυτά ενισχύουν την εικόνα μιας σκηνοθέτιδας που έχει σαφείς επιρροές από το παρελθόν, αλλά προσπαθεί να βρει τον δικό της τρόπο ερμηνείας και τον δικό της τρόπο αφήγησης σε ένα σύγχρονο κινηματογραφικό περιβάλλον.

Γι' αυτό και είμαι πρόθυμος να της συγχωρήσω κάποιες σκόρπιες προχειρότητες. Το εύρος των χαρακτήρων για παράδειγμα είναι τόσο μεγάλο, που αναγκαστικά κάποιοι προκύπτουν μη επαρκώς αναπτυγμένοι. Επιπλέον, κάποια επιμέρους κλεισίματα ιστοριών είναι περισσότερο απότομα από κάποια άλλα και η μελοδραματική παράμετρος μερικές φορές προκύπτει μάλλον αφελής (αν και η σκηνή όπου ο Tahar Rahim κάνει πράξη την υπόσχεση που έδωσε στην μητέρα Emmanuelle Seigner περιλαμβάνει και μια ελαφριά κωμική νότα). Αυτό που μένει στο τέλος είναι μια φωνή που αξίζει να την ακούσεις και μια σκηνοθετική προσέγγιση που φαίνεται πρόθυμη να κοιτάξει στο μέλλον, χωρίς να αποποιηθεί το παρελθόν της. Το μεγάλο καστ βοηθάει  για να μένει απασχολημένο το μάτι σε όλη τη διάρκεια, όταν όμως η ταινία τελειώνει συνειδητοποιεί κανείς πόσο καλή δουλειά έκανε ύπουλα  η Quillévéré για να διατηρήσει την ταινία στην μνήμη και μετά τους τίτλους τέλους. Χαλάλι. (3,5*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...