Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: La rançon de la gloire (The Price of Fame) του Xavier Beauvois

Αν δεν υπάρχει μια γαλλικουριά που σέβεται τον εαυτό της σε ένα φεστιβάλ, τότε δεν μπορεί να υπάρξει φεστιβάλ. Είναι μια παράδοση, ευτυχώς, συνεπής γιατί υπάρχει κι ένα φεστιβάλ Γελλόφωνου κινηματογράφου που πρέπει να εξασφαλιστεί αλλά και μια ολόκληρη ελληνική θερινή περίοδος που πρέπει με κάποιον τρόπο να γεμίσει με ταινίες όσες αίθουσες παραμένουν ανοιχτές. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι από τον Ξαβιέ Μποβουά των (και των δύο βραβευμένων στις Κάννες με το μεγάλο βραβείο της επιτροπής) "N'oublie pas que tu vas mourir" και "Des dieux et des hommes" περίμενα κάτι πολύ παραπάνω από μια γαλλική ταινία της σειράς αλλά, υποθέτω, το DNA δεν είναι τόσο εύκολο να το καταπολεμήσεις.


Η ιστορία ακολουθεί μια πραγματική περίπτωση της δεκαετίας του 1970, όπου δύο, μάλλον περιορισμένων ικανοτήτων, απατεώνες αποφάσισαν να κλέψουν το... φέρετρο του Τσάρλι Τσάπλιν για να ζητήσουν λύτρα από την οικογένειά του. Δεν είναι spoiler να πούμε ότι προφανώς και τα σχέδιά τους δεν πήγαν ακριβώς όπως τα είχαν υπολογίσει, όπως θα περίμενε και κάθε λογικός θεατής εξάλλου, όμως, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι όλη η σχετική δράση συμβαίνει στο δεύτερο μέρος του φιλμ, όσο το πρώτο μισό προσπαθεί εκτενώς να περιγράψει τους χαρακτήρες, τις καταβολές και τα κίνητρά τους.

Οι προθέσεις είναι σίγουρα τίμιες, όμως, το τελικό αποτέλεσμα που προκύπτει δεν είναι κάτι παραπάνω από ένα προφανές (και φλύαρο) εξηντάλεπτο, το οποίο ξεχυλίζει από γενικότητα και βαρεμάρα, μάλλον, προσπαθώντας να γίνει πιο κοινωνικό από όσο θα χρειαζόταν, αποφεύγοντας, όμως, να κοιτάξει ουσιαστικά κατάματα τους ήρωές του. Όταν στο δεύτερο μέρος, η πλοκή της απαγωγής του νεκρού μπαίνει σε κίνηση, τα πράγματα γίνονται αναμφισβήτητα πιο ενδιαφέρονται, όμως, πλέον είναι κάπως αργά και η ταινία φαίνεται ακόμα πιο μεγάλη σε διάρκεια από όσο, έτσι κι αλλιώς, είναι (στις δύο γεμάτες ώρες).

O Benoît Poelvoorde (στην δεύτερη συμμετοχή του στην φετινή Mostra, εξίσου ατυχή) επιχειρεί, όπως επιτυχημένα συνηθίζει, να ενσωματώνει χαριτωμένες πινελιές στην δύσκολη πραγματικότητα του χαρακτήρα του και να εξανθρωπίσει έναν εκ πρώτης όψεως απατεώνα της κακιάς ώρας, όμως, δεν έχει την αναγκαία υποστήριξη από τον Μποβουά που θα τον κάνει να ξεχωρίσει ανάμεσα στις υπόλοιπες ταινίες της φιλμογραφίας του και καταντάει συχνά γραφικός και "λίγος". Η δε ουσία του χαρακτήρα του και ο σχεδόν συλλαβιστός συσχετισμός μεταξύ εκείνου και του ίδιου του Τσάρλι Τσάπλιν και όσων εκφράζει ως περσόνα του Σαρλό, προκύπτει τόσο χοντροκομμένα, που προκαλεί το ειρωνικό μειδίαμα και φαντάζει απλοϊκά αφελής.

Η Mostra φέτος, πέρα από "τον Birdman που έχουμε όλοι μέσα μας", υποστηρίζει ότι "ο καθένας μας κουβαλά ένα κομμάτι του Σαρλώ". Ο Eddy του Poelvoorde όχι μόνο έχει την ταπεινή καταγωγή, την ευχάριστη διάθεση και τον τρόπο να κάνει τους υπολοίπους να γελάνε, όπως και ο εικονικός δημιουργός, βρίσκει ακόμα και δουλειά ως κλόουν στο τσίρκο που διευθύνει η πιο ανεκμετάλλευτη από ποτέ Chiara Mastroianni. Και ακόμα και αν ο συσχετισμός δεν γίνεται κατανοητός με την πρώτη δεύτερη τρίτη νιοστή φορά, υπάρχει πάντα η δυνατή, συνοδευτική μουσική την ταινίας, που παραπέμπει στην υπερβολή της βωβής περιόδου αλλά χάνει όλη την ουσία της λεπτότητας και καταντά ενοχλητική, όσο όμορφη κι αν είναι, αν κάποιος την ακούσει ανεξάρτητα από το φιλμ. 

Όλα όσα θέλει να μεταδώσει ο Μποβουά με την ταινία δεν είναι de facto άσχημα. Ίσα ίσα, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν κάτι γνήσια συγκινητικό και ανθρωπιστικό, κάτι που θα τιμούσε ουσιαστικά το σημείο αναφοράς τους. Το βασικότερο λάθος, όμως, είναι ότι ο Μποβουά δεν προσπάθησε να προκαλέσει συναισθήματα αλλά να τα περιγράψει. Και αυτό είναι κάτι που δε θα έκανε ποτέ ο Σαρλώ. (2*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...