Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: Birdman (or The unexpected virtue of Ignorance) του Alejandro González Iñárritu

Από την πρώτη στιγμή μέχρι το τελευταίο του πλάνο, το "Birdman" του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου συνοδεύεται από μια τζαζ μουσική επένδυση, που παραλλάσσει τα ίδια μοτίβα ξανά και ξανά, τρυπάει το μυαλό με την επαναληπτικότητα και  την επιμονή της και αποτελεί τελικά το πιο ταιριαστό σχόλιο για την παράνοια που επικρατεί μέσα στο μυαλό του πρωταγωνιστή. Ταυτόχρονα, η συνεχής περιστροφή της κάμερας μέσα στα παρασκήνια του θεάτρου, οι ματιές που ρίχνει στον καθρέφτη, η συνεχής εναλλαγή των χρωματισμών, των σκιών και των εκτυφλωτικών φωτισμών της σκηνής δεν είναι παρά μια επίσκεψη σε έναν απόλυτα γοητευτικό κόσμο, που μπορεί να υπάρχει ή μπορεί να είναι η υλική υπόσταση ενός εφιάλτη, μια πραγματικότητα όπου ο "Μαύρος Κύκνος" συναντά την "Νύχτα Πρεμιέρας" και οι δυο μαζί την Αποκάλυψη. Εξάλλου, ο κόσμος του "Birdman" έχει το δικό του κόστος.


Ο Ρίγκαν Τόμσον του Μάικλ Κίτον έχει ήδη πληρώσει το δικό του τίμημα. Πρώην κινηματογραφικός τιτάνας, που είδε τις μετοχές του να εκτοξεύονται στα ύψη από τις συνεχείς εμφανίσεις του υποδυόμενος τον Birdman μέχρι να "πει όχι στην τέταρτη ταινία", και τώρα επιχειρεί να κάνει την δυναμική επιστροφή του στο θέατρο, έχοντας να αντιμετωπίσει τους κριτικούς, το κοινό και, ακόμη χειρότερα, τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας άνθρωπος εγκλωβισμένος σε ένα star system το οποίο τον καθιέρωσε αλλά και προσδιόρισε την ζωή του για πάντα, συμπεριλαμβανομένων και των σχέσεών του με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς του.

Ακούγεται λίγο τυπικό και συνηθισμένο; Σεναριακά, ενδεχομένως, ναι. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, δεν είναι το βασικό θέμα που κάνει την διαφορά αλλά ο τρόπος εκτέλεσης. Και ο Ινιαρίτου έχει την όρεξη και, ευτυχώς, τον τρόπο, για να κάνει μοναδική αυτή την ιστορία. Μπορεί να μην παραδίδει τελικά το αριστούργημα της χρονιάς, όμως, χωρίς αμφιβολία παρουσιάζει μια ταινία που τιμά και επιβεβαιώνει εκείνους που δεν έχασαν την πίστη τους σε εκείνον και, επιτέλους, δοκιμάζει νέα πράγματα, μακριά από βαριά δράματα και χωροχρονικά παιχνίδια. Σχεδόν. 

Και αυτό γιατί ολόκληρη η ταινία είναι ένα φαινομενικά μοναδικό μονόπλανο (στην πραγματικότητα, υπάρχουν κρυφά σημεία μοντάζ που ενώνουν τα επιμέρους, επίσης εκτενή, κομμάτια), το οποίο επιχειρεί να παρουσιάσει ταυτόχρονα την οπτική του Τόμσον για την ζωή του και την πάλη του με τα φαντάσματα του παρελθόντος του (αν όλη αυτή η ιστορία σου φέρνει στο μυαλό real life αναλογία Batman και Μάικλ Κίτον, πολύ ορθά κάνει), να σχολιάσει ολόκληρο το σύστημα της βιομηχανίας και της κριτικής αντιμετώπισής της από τους ειδικούς (;) και να αφηγηθεί μια κατά πολύ καθυστερημένη ουσιαστικά ιστορία ενηλικίωσης.

Κι αν νομίζεις ότι τα παραπάνω οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα καλογυαλισμένο αχταρμά, δεν χρειάζεται να ανησυχείς καθώς, στην πλειοψηφία τους, τα πράγματα λειτουργούν με ρυθμό, ενέργεια και - αρκετές φορές - πολύ (πικρό) χιούμορ, ένδειξη του πόσο καλή χρήση της κάμερας κάνει ο Ινιαρίτου αλλά κυρίως απόδειξη του πόσο καθοριστική είναι η υποστήριξη του Εμανουέλ Λουμπέσκι στην φωτογραφία, η οποία αλλάζει συνεχώς χρωματική παλέτα όσο η ιστορία κινείται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, παρασκηνίου και κεντρικής σκηνής, παρασέρνοντας μαζί τον θεατή στο προσωπικό ταξίδι ενός διαταραγμένου προσώπου. Αν υπήρχε έστω και κάποιος που να αμφέβαλε μέχρι τώρα για τις ικανότητες του Λουμπέσκι και το πόσο καίρια είναι η συμβολή του σε μια ταινία, μετά το "Birdman" θα ξεμείνει από επιχειρήματα, όσο Αρτζεντικά κόκκινα δίνουν την θέση τους στο έντονο μπλε για να δώσουν και τα δυο την θέση τους στα λευκά φώτα της σκηνής και το καθαρό φως του ήλιου, πάντα έτοιμα να σχολιάσουν τα δρώμενα και να ρίξουν την κριτική ματιά τους δίπλα στην ηχητική μπάντα του φιλμ.

Στο επίκεντρο αυτής της τεχνικά άρτιας εξτραβαγκάντζας, η ερμηνεία του Μάικλ Κίτον επαναφέρει στο προσκήνιο έναν υποτιμημένο τελευταία ηθοποιό, αποδεικνύοντας ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να κοιτάξει κάποιος στο παρελθόν του για να επανεφεύρει την κινηματογραφική του προσωπικότητα. Κάπου εκεί, βέβαια, μπορεί να διακρίνει κανείς και μερικές υπερβολικές εξάρσεις, όμως, κάνοντας τον δικηγόρο του διαβόλου, οι εν λόγω στιγμές μπορούν να θεωρηθούν κομμάτι του συνεχούς παιχνιδίσματος μεταξύ θεατρικότητας και πραγματικότητας, μια ισορροπία που σίγουρα δεν είναι εύκολο να διατηρήσει ο Ρίγκαν Τόμσον, ή ακόμα και να ξεχωρίσει τα όρια μεταξύ των δύο. Για χαρακτήρες που έχουν μεγαλώσει μέσα στο χώρο του θεάματος, ίσως ο θεατρινισμός να είναι και η λογική αντίδραση ακόμα και κάτω από την σκηνή,

Από την άλλη, όμως, η συνεχής αναφορά σχολίων και σύγχρονων αναφορών στον χώρο του θεάματος, φανερώνουν μια επιφανειακή πτυχή της ταινίας, την στιγμή που η ίδια επιχειρεί να ασχοληθεί με περισσότερο διαχρονικούς προβληματισμούς, όπως είναι το ταξίδι μιας προβληματικής προσωπικότητας. Κατά στιγμές, φαίνεται σαν ο Ινιαρίτου να κλείνει το μάτι με νόημα στον θεατή - σαν να έκανε ένα καλό αστείο - ξεχνώντας ότι η αλήθεια βρίσκεται αλλού. Παρά τις μικρές γκρίνιες, όμως, αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι πως το "Birdman" αποτελεί μια νέα αρχή τόσο για τον Μάικλ Κίτον όσο και για τον ίδιο τον Ινιαρίτου, ο οποίος επιτέλους φαίνεται να ξαναβρίσκει τον εαυτό του μακριά από τα σενάρια του Γκιγιέρμο Αριάγκα. Όπως δήλωσε και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, "όλοι μας έχουμε τον προσωπικό μας Birdman". Φαίνεται, πως ο σκηνοθέτης μάλλον αντιμετώπισε επιτέλους τον δικό του. (3,5*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...