Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Το ασπρόμαυρο είναι μοντέρνο: black & white films για την νέα χιλιετία.

Υπάρχουν οι mainstream ταινίες, υπάρχουν οι πιο εναλλακτικές περιπτώσεις και υπάρχει και το «A Field In England», η καινούρια ταινία του Βρετανού Ben Wheatly, που αποφάσισε να αψηφήσει κάθε κατεστημένο και να δημιουργήσει ένα εγκεφαλικό τριπάκι εν έτει 2013. Η ταινία ακολουθεί μία αταίριαστη συντροφιά, εν μέσω του βρετανικού εμφυλίου πολέμου, που δημιουργείται απρόσμενα όταν ένας άγνωστος άντρας τους υπόσχεται έναν μεγάλο θησαυρό. Φυσικά, αυτό είναι μόνο η αρχή μιας ταινίας, που αναγκάζει τους ήρωές της να φάνε… μανιτάρια και βάζει στην συνέχεια τον θεατή να παρακολουθήσει τις παρενέργειες. Και σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, το φιλμ είναι και ασπρόμαυρο.

Παρά το γεγονός ότι ο κινηματογράφος άρχισε να αποκτά χρώμα ήδη από την δεκαετία του 1940, η ασπρόμαυρη φωτογραφία δεν εξαφανίστηκε όπως πολύ θα περίμεναν. Αντίθετα, μέχρι και στις μέρες μας, πολλές σκηνοθέτες αποφάσισαν να ανατρέξουν στο απόθεμα ασπρόμαυρου φιλμ για να κάνουν γύρισμα ή πήραν την απόφαση να αποχρωματίσουν εκ των υστέρων το υλικό τους. Για την ακρίβεια, αν ανατρέξει κανείς στην πρόσφατη κινηματογραφική ιστορία, θα συνειδητοποιήσει ότι πολλές ταινίες που αναγνωρίστηκαν από κοινό και κριτική είχαν τολμήσει να αποποιηθούν την έγχρωμη εικόνα τους. Ο Ντάρεν Αρονόφσκι έκανε το ντεμπούτο του με το απόλυτο εβραϊκό, μαθηματικό, horror, ασπρόμαυρο «Π», ο Μάρτιν Σκορσέζε έριξε τον Ρόμπερτ ΝτεΝίρο στην ασπρόμαυρη πυγμαχική αρένα του «Οργισμένου ειδώλου» ενώ, ακόμα, και ο Κέβιν Σμιθ παρουσίασε τους cult «Clerks» του σε μια ποπ πραγματικότητα χωρίς χρώμα. Κι αν νομίζεις ότι ο εορτασμός του Millennium θα απομάκρυνε την διεθνή, κινηματογραφική παραγωγή από τις ασπρόμαυρες ρίζες της, είμαστε έτοιμοι να σου αποδείξουμε περίτρανα πόσο λάθος εντύπωση έχεις.

Ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί (The Man who wasn’t there, 2001) των αδερφών Κοέν

Οι Κοέν ποτέ δεν φημίζονταν για τις παραδοσιακές τους μεθόδους, οπότε δε θα έπρεπε να δημιουργεί έκπληξη το γεγονός ότι αποφάσισαν να γιορτάσουν την νέα χιλιετία με ένα πατροπαράδοτο, φιλμ νουάρ, που δεν απαρνιέται, όμως, ούτε στιγμή το ειρωνικό βλέμμα των Αμερικανών δημιουργών και την κυνική ματιά στην ανθρώπινη βλακεία.

Persepolis (2007) των Βενσάν Παρονό και Μαρζάν Σατραπί

Το διάσημο αυτοβιογραφικό Novel της Μαρζάν Σατραπί μεταφέρεται στην μεγάλη οθόνη, διατηρώντας την ασπρόμαυρη ταυτότητά του και συγκεντρώνοντας ένα εντυπωσιακό γαλλικό καστ (με επικεφαλής τις Κατρίν Ντενέβ και Κιάρα Μαστροϊάνι) για τις φωνητικές ερμηνείες. Λίγες φορές ένα φιλμ κινουμένων σχεδίων υπήρξε πιο ενήλικο στις προθέσεις του.

Sin City (2005) των Φρανκ Μίλερ, Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ και Κουέντιν Ταραντίνο

Η στυλιζαρισμένη, υπερβίαιη «Αμαρτωλή πόλη» του Φρανκ Μίλερ μεταφέρει την νουάρ κληρονομιά της στην μεγάλη οθόνη και αφήνει μόνο ελάχιστες πινελιές χρώματος (κυρίως έντονες κόκκινες, μπλε και κίτρινες αποχρώσεις) να διαταράξουν την μουντάδα της. Η ασπρόμαυρη, ψηφιακή φωτογραφία δεν μοιάζει στιγμή παρωχημένη και η ατμόσφαιρα που δημιουργεί αποτελεί το κατάλληλο σκηνικό για να παρελάσουν μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του Χόλιγουντ σε μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους, ανοίγοντας την όρεξη για το αναπόφευκτο sequel, που, αν και ταλαιπωρήθηκε, θα καταφθάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2014. Μέχρι νεωτέρας ειδοποίησης.

Καληνύχτα, και καλή τύχη (Goodnight, and Good Luck, 2005) του Τζορτζ Κλούνεϊ

Σαν να γυρίστηκε, όντως, το 1950, η σκηνοθετική απόπειρα του Τζορτζ Κλούνεϊ στέφεται με απόλυτη επιτυχία, παρακολουθώντας την ιστορία ενός ραδιοφωνικού δημοσιογράφου, που τόλμησε να αντιταχθεί στην μισαλλόδοξη σταυροφορία ενός γερουσιαστή κατά την άνοδο του κομμουνισμού στις αρχές της δεκαετίας στην Αμερική. Φυσικά, το ασταμάτητο κάπνισμα γεμίζει καπνούς την οθόνη, θολώνοντας μαζί με την ατμόσφαιρα και τα όρια σωστού και λάθους.

The day he arrives (Book chon bang hyang, 2011) του Χονγκ Σανγκ-Σου

Για τους λάτρεις του ασιατικού κινηματογράφου (και υπάρχουν πολλοί, αλήθεια), υπάρχει το «The day he arrives», του Κορεάτη Χονγκ Σανγκ-Σου, που παίρνει τους ίδιους χαρακτήρες, τα ίδια μέρη και τις ίδιες συνθήκες και δημιουργεί τρεις διαφορετικές ιστορίες σε ασπρόμαυρο φόντο. Είναι τρεις διαφορετικές μέρες; Είναι τρία πιθανά αποτελέσματα της ίδιας ιστορίας; Είναι η ίδια μέρα σε επανάληψη, σαν μια arthouse εκδοχή της «Μέρας της μαρμότας»; Δες την ταινία και μπες κι εσύ μαζί μας στον κόσμο των υποθέσεων.

Frankenweenie (2012) του Τιμ Μπάρτον

Επιστροφή στην γέννηση του γοτθικού τρόμου για τον Τιμ Μπάρτον, ο οποίος καταφέρνει να συσκευάσει ένα παραμύθι μέσα σε ένα «φρικαλέο» περιτύλιγμα, που περιλαμβάνει από λυκάνθρωπους μέχρι αιμοδιψή, μεταλλαγμένα τέρατα με απόλυτη επιτυχία. Ίσως αν το γύριζε στις αρχές του 2000 να έμοιαζε περισσότερο φρέσκο, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την αγάπη ενός δημιουργού στους εφιάλτες των παιδικών του χρόνων. Και σε ασπρόμαυρο 3D.

Ο καλός γερμανός (The Good German, 2006) του Στίβεν Σόντερμπεργκ

Δεν αποτελεί έκπληξη που ένας πολυμορφικός σκηνοθέτης όπως ο Στίβεν Σόντερμπεργκ αποφάσισε να καταπιαστεί (και) με το φιλμ νουάρ. Ο Τζoρτζ Κλούνεϊ και η Κέιτ Μπλάνσετ ντύνονται στα μαύρα και μπλέκονται στο (τι άλλο;) μυστήριο μιας δολοφονίας σε πολιτικό φόντο, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Του πηγαίνει το ρετρό του Κλούνεϊ.

13 Tzameti (2005) του Ζελά Μπαμπλουανί

Σκοτεινό, «φτηνό» και βρώμικο όσο δεν πάει, το μικρό αυτό φιλμ από την Γαλλία έκλεψε απρόσμενα τις εντυπώσεις στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας με την ιστορία ενός άντρα, ο οποίος, στην επιδίωξη εύκολου πλούτου, μπλέκει σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι (ρώσικης) ρουλέτας, που μπορεί να του στοιχίσει και την ίδια του την ζωή. Αναζήτησέ το και θα με ευχαριστείς μετά.

Μαχαιροβγάλτης (2010) του Γιάννη Οικονομίδη

Ο βασιλιάς της βρισιάς και μάστορας της ανθρώπινης μιζέριας Γιάννης Οικονομίδης (της φήμης του «Σπιρτόκουτου» και της «Ψυχής στο στόμα») κατεβάζει στον «Μαχαιροβγάλτη» τους τόνους και αποδεικνύεται εξαιρετικά συγκρατημένος ως προς την έκφραση αλλά εξίσου μηδενιστικός ως προς την ανθρώπινη υπόσταση. Η ταινία εγκαταλείπει την ασπρόμαυρη φωτογραφία μόνο σε μια σκηνή για να εμφανίσει (εκτός των άλλων) την ελληνική σημαία, στην ενδεχομένως λιγότερο περήφανη εμφάνισή της στην μεγάλη οθόνη, που μπορούμε να θυμηθούμε. Δες περισσότερες εικόνες από την ταινία εδώ.

Control (2007) του Άντον Κόρμπιν

Η ζωή του Ίαν Κέρτις, του αινιγματικού τραγουδιστή των Joy Division, ο οποίος αυτοκτόνησε μυστηριωδώς στα 23 του χρόνια, μπαίνει κάτω από το μικροσκόπιο του Άντον Κόρμπιν, που αποφασίζει να ντύσει τους στίχους των Joy Division σε ασπρόμαυρες εικόνες, προσδίδοντας μια διάσταση μύθου στην ιστορία και μια αποκοπή από την σύγχρονη πραγματικότητα, όπως θα άρμοζε σε μία μυστηριώδη φιγούρα. Από τα πιο παραγνωρισμένα σύγχρονα βρετανικά φιλμ.

Η κόκκινη κορδέλα (Das weiße Band – Eine deutsche Kindergeschichte, 2009) του Μίκαελ Χάνεκε

Για πολλούς το καλύτερο φιλμ του Μίκαελ Χάνεκε, η «Λευκή Κορδέλα» επιστρέφει στην αρχή του αιώνα στην Γερμανία για να εξερευνήσει τις αρχές του ναζισμού και να εξετάσει τις αλληλένδετες δυνάμεις που δημιουργούν τις συνθήκες που θα οδηγήσουν στην σφυρηλάτηση κάθε νέας γενιάς. Κάτω από την ψυχρή επιφάνεια, κρύβεται μάλλον ένα από τα πιο έντονα θρίλερ των τελευταίων χρόνων, γεγονός που υποστηρίζεται ακόμα παραπάνω από την εκπληκτική, ασπρόμαυρη φωτογραφία. Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι η ταινία γυρίστηκε έγχρωμη, με σκοπό να αποχρωματιστεί την συνέχεια για να αποτυπωθούν πιο έντονα οι ασπρόμαυρες αντιθέσεις. Τακτική η οποία εκτόξευσε στα ύψη την αισθητική αρτιότητα της ταινίας.

Χαμένος Παράδεισος (Tabu, 2012) του Μιγκέλ Γκόμες

Μπορεί μια πορτογαλική ταινία να είναι μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς; Ο «Χαμένος Παράδεισος» περιλαμβάνει μια ιστορία αγάπης χωρίς όρια και την απώλειά της σε δύο διακριτά κομμάτια τοποθετημένα ανορθόδοξα σε (λάθος) σειρά, συμπεριλαμβάνει στο θέαμα και την διακριτική αλλά σαφή έκφραση αγάπης προς το βωβό σινεμά των αρχών του αιώνα και καταλήγει και σε ένα αισθητικό μεγαλείο που δεν μπορεί να αφήσει ανεπηρέαστο τον θεατή. Ναι, ο «Χαμένος Παράδεισος» είναι σίγουρα μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς και όχι μόνο. Διάβασε πλήρη κριτική για την ταινία εδώ.



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΒΩΒΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Το «The Artist» κέρδισε πριν δυο χρόνια τα κυριότερα Όσκαρ αφηγούμενο την ιστορία μετάβασης από τον βωβό στον ομιλούντα κινηματογράφο, καταγράφοντας, παράλληλα, το σοκ της αλλαγής και το «πέρασμα» της κινηματογραφικής κληρονομιάς από την μία κατάσταση στην άλλη. Και φυσικά, ήταν όχι μόνο ασπρόμαυρο αλλά και στερούμενο λέξεων (αλλά, έξυπνα, όχι και ήχων). Αντίστοιχα, φέτος, η ισπανική «Χιονάτη» επιχείρησε να αφηγηθεί το γνωστό παραμύθι, τοποθετώντας το στην Ισπανία των αρχών του αιώνα και αφαιρώντας από την ιστορία όλα τα στοιχεία του παραμυθιού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πιο σκοτεινή Χιονάτη που μπορεί κανείς να φανταστεί αλλά και την πιο πρωτότυπη μουσική που θα μπορούσε να ντύσει αυτόν τον μύθο. Καμία, όμως, από τις δύο ταινίες δεν συγκρίνεται καν με το μεγαλείο του αργεντίνικου «La Antena», που παρακολουθεί μια ολόκληρη πόλη (η οποία μοιάζει να έχει βγει κατευθείαν από τα φιλμ των Φριτζ Λανγκ και Μουρνάου) να χάνει την φωνή της. Ο γερμανικός κινηματογραφικός εξπρεσιονισμός μάλλον δεν έχει πεθάνει ακόμα τελικά.


ΤΟ ΑΜΕΣΟ ΜΕΛΛΟΝ

Όπως φαίνεται, οι ασπρόμαυρες ταινίες δεν πρόκειται να μας εγκαταλείψουν στο κοντινό μέλλον. Εκτός από το «A Field In England», με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένονται μέσα στην επόμενη σεζόν το πιο πρόσφατο (βραβευμένο στις Κάννες) φιλμ του Αλεξάντερ Πέιν «Nebraska», το ολοκαίνουριο, χιπστερικό πόνημα το Νόα Μπάουμπαχ «Frances Ha» (το οποίο θα ανοίξει και τις επερχόμενες Νύχτες Πρεμιέρας) αλλά και η «Χαρά», η ταινία του Ηλία Γιαννακάκη, που παρακολουθεί μία ψυχικά διαταραγμένη γυναίκα και την σχέση της με το μωρό που έχει απαγάγει από το βρεφοκομείο. Φυσικά, στην κλίμακα της προσμονής, κανένα δεν συγκρίνεται με το «Much Ado Nothing», ή αλλιώς την σεξπιρική διασκευή αλά Τζος Γουίντον. Δεν μπορούμε να περιμένουμε!

Πρώτη δημοσίευση: Slag.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...