Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Movie Review: Inherent Vice του Paul Thomas Anderson

Το λογοτεχνικό "Έμφυτο Ελάττωμα" του Thomas Pynchon έρχεται με τη φήμη τού βιβλίου που φέρεται να είναι "αδύνατον" να διασκευαστεί στον κινηματογράφο, τόσο λόγω της ιδιαίτερης γραφής τού συγγραφέα αλλά και επειδή η δομή του είναι τόσο πολύπλοκη και δαιδαλώδης που απαιτεί συνεχώς την αμέριστη προσοχή του αναγνώστη. Ευτυχώς, βέβαια, ολόκληρη η αφήγηση περιστρέφεται ουσιαστικά γύρω από τον ψυχεδελικό κόσμο ενός και μόνο ανθρώπου, γεγονός που κάνει την επιλογή τού Paul Thomas Anderson για την κινηματογραφική μεταφορά τού βιβλίου να αποπνέει μια αίσθηση ασφάλειας, καθώς στο πρόσφατο παρελθόν η καριέρα τού σκηνοθέτη έχει με επιτυχία συνυφαστεί με την αποτύπωση σύνθετων ανδρικών χαρακτήρων μέσα σε ισχυρό κοινωνικό περιβάλλον, είτε η ιστορία αφορά τη σκοτεινή ιστορία της πετρελαϊκής ανάπτυξης της Αμερικής είτε το εσωτερικό μετα-τραυματικό ταξίδι μιας εξ ορισμού αποπροσανατολισμένης προσωπικότητας.


Και, όντως, ο Anderson βρίσκεται θεωρητικά σε γνώριμα μονοπάτια. Το κινηματογραφικό "Inherent Vice" μπορεί στην ουσία του να αφορά το χτίσιμο ενός ολόκληρου κόσμου που ζει, αναπνέει και αναπτύσσεται μέσα στα ναρκωτικά, τις μυστικές συμφωνίες και τη γενικώς αισθητή παράνοια, όμως η "βιτρίνα" του είναι ένας χαρισματικός αλλά γεμάτος προβλήματα χαρακτήρας, που, τελικά, γίνεται ο φορέας μιας ολόκληρης εποχής, ακριβώς όπως συνέβη και στο "There will be blood" αλλά και στο – εξαιρετικά διχαστικό αλλά προσωπικά αγαπημένο – "The Master" (Frame Game Review εδώ). Εξάλλου, η ήδη επιτυχημένη συνεργασία τού Άντερσον με τον Joaquin Phoenix, αλλά και το εξαιρετικό ιστορικό τού σκηνοθέτη στην ανάδειξη εμβληματικών ερμηνειών από τους ηθοποιούς του (από τον Daniel Day Lewis και τον Philip Seymour Hoffman μέχρι τον Mark Walberg και τον… Tom Cruise), σχεδόν επιβάλλει την προσμονή ενός αντίστοιχου ανδρικού παιξίματος, το οποίο αποτελεί και τον "κράχτη" του φιλμ.

Στην ταινία, όταν μια παλιά ερωμένη του εξαφανίζεται, ύστερα από μια απρόσμενη, αινιγματική επίσκεψη, ο ιδιωτικός ντετέκτιβ "Doc" Sportello αναλαμβάνει να αποκαλύψει την αλήθεια, μπλέκοντας σε έναν ιστό παράνοιας, ψυχεδέλειας, διεφθαρμένων αστυνομικών, διαπλεκόμενων συμφερόντων και πολλών, πολλών… ναρκωτικών. Ακριβώς αυτή η φύση της αφήγησης είναι που δίνει τη δυνατότητα στον Anderson να παίξει με τα είδη, να ελιχθεί ανάμεσά τους και, τελικά, να τα ξεπεράσει, δημιουργώντας μια… αταξινόμητη ταινία που, όπως και ο χαρακτήρας της, πασχίζει να επιβιώσει σε έναν κόσμο όπου όταν κάτι ξεφεύγει από τη νόρμα, γίνεται πολύ δυσκολότερα αποδεκτό. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο Anderson δεν κάνει προσπάθεια καν να συμβιβάσει το όραμα του ή, έστω, να το κάνει πιο προσβάσιμο. Από το πρώτο ήδη δεκάλεπτο, βομβαρδίζει τον θεατή με αμέτρητα ονόματα, συνεχώς αυξανόμενες παράλληλες αφηγήσεις, αλλαγές ύφους, στιγμές απόλυτης αποσβόλωσης και, σαν να μην ήταν αυτά αρκετά, μερικές γνήσια "what the fuck" στιγμές, που μπορεί να μην οδηγούν γραμμικά και παραδοσιακά στη λύση ενός τοπικού αστυνομικού μυστηρίου αλλά στοιχειοθετούν μια ολόκληρη πραγματικότητα, η οποία ισορροπεί ανάμεσα στο neon και το σκοτάδι, τη νηφαλιότητα και την παραίσθηση, τη φαινομενική ασφάλεια και τη μόνιμη αίσθηση μιας υποβόσκουσας απειλής. 

Γιατί, ουσιαστικά, ο κόσμος τού "Inherent Vice" είναι ένας κόσμος χωρίς ξεκάθαρες γραμμές, χωρίς καθησυχαστικές εξελίξεις, χωρίς άκαμπτους χαρακτήρες. Κατά στιγμές, η ταινία είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία που καυτηριάζει τα ήθη μιας ξεπεσμένης άρχουσας τάξης ή μιας ανεύθυνης ιδεολογικής επανάστασης, κατά στιγμές είναι ένα καθαρόαιμο αστυνομικό θρίλερ που αποζητά λύση αγγίζοντας τα όρια του ψυχολογικού τρόμου, μέσα από ένα εκκεντρικό, χίπικο παραμορφωτικό βλέμμα και κάποιες άλλες στιγμές είναι, απλά, μια υποδειγματική σπουδή χαρακτήρα. Ο Anderson δεν επιθυμεί να δώσει μια τυποποιημένη μορφή στη δημιουργία του, δεν θέλει καν να της δώσει μια συγκεκριμένη υφολογική κατεύθυνση (εκτός αν το "hippie horror" μπορεί να καταχωριστεί ως δόκιμος κινηματογραφικός όρος), γιατί το φιλμ είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα αυτών των στιγμών.

Αυτή η ποικιλομορφία, εξάλλου, είναι που κάνει την ταινία να λειτουργεί απόλυτα και της προσδίδει τη δική της μοναδική φωνή, ως αυτόνομο δείγμα ενός κινηματογραφικού είδους που εμπνέεται από το παρελθόν για να δημιουργήσει κάτι απόλυτα μοντέρνο, που εκθέτει καινούργιες ιδέες με ρυθμό πολυβόλου, χτίζει, ανατρέπει και επαναπροσδιορίζεται συνεχώς, για να καταλήξει στο φινάλε στον ίδιο της τον πρωταγωνιστή και τη ματιά του, διαφορετική πλέον, αλλά αναμφισβήτητα πιο ουσιαστική και συνειδητοποιημένη. Και αν ο Anderson είναι ο βασικός ενορχηστρωτής όλης αυτής της εικαστικής, σεναριακής και συναισθηματικής extravaganza, ο κύριος φορέας της είναι ο ίδιος ο Joaquin Phoenix, ο οποίος καταφέρνει να μεταδώσει όλον τον αποπροσανατολισμό τού χαρακτήρα του, τη σύγχυση, την απορία, τον τρόμο του. Όλες οι αντιδράσεις του "φιλτράρουν" ουσιαστικά τις εντυπώσεις των ίδιων των θεατών, ακόμη και όταν, ξαφνικά, η παγερή ψυχραιμία του δίνει τη θέση της ακαριαία σε μια υστερική κραυγή, όπως σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές της ταινίας. Επιπλέον, ειδικά από τη στιγμή που ο Anderson αρνείται να καθοδηγήσει από το χέρι τους θεατές στον αφηγηματικό του λαβύρινθο, ο Phoenix αναλαμβάνει εξολοκλήρου να είναι το στήριγμά τους, βγάζοντας, φυσικά, και τον ίδιο τον σκηνοθέτη αλλά και τη συγκεκριμένη προσέγγισή του ασπροπρόσωπους, με μία ακόμη ερμηνεία που θολώνει τα όρια ανάμεσα στην υποκριτική και την πραγματική του υπόσταση ως ηθοποιού (γεγονός που αποδεικνύει για άλλη μια φορά το πόσο εξαιρετικός ερμηνευτής είναι).


Αναμφισβήτητα, το "Inherent Vice" είναι μια ταινία που απευθύνεται σε απαιτητικούς θεατές, οι οποίοι επιθυμούν να "παιδευτούν" στην κινηματογραφική τους έξοδο. Γι’ αυτό και η ταινία τούς ανταμείβει με τη δημιουργία ενός ολοκλήρου σινεφιλικού σύμπαντος που βρίθει ερωτισμού (η Katherine Waterston αριστεύει κάθε – μα κάθε – φορά που εμφανίζεται στην οθόνη, στον σύντομο αλλά απαιτητικό και χαρακτηριστικό ρόλο της), παράνοια, χιούμορ και ατμόσφαιρα θρίλερ μετά από πολλά, πολλά… ναρκωτικά. Το μόνο πρόβλημα τού φιλμ είναι ότι αρνείται να δώσει στον θεατή μια αναμενόμενη, έντονη, θεαματική κορύφωση. Αλλά από την άλλη, σε καμία στιγμή της διάρκειάς του, δεν παίζει σύμφωνα με συμβατικούς κανόνες, άρα δεν επιχειρεί να το κάνει και στο φινάλε. Κι αυτό ίσως να είναι το πραγματικό, δικό του έμφυτο ελάττωμα. (5*/5)


Πρώτη δημοσίευση: FREE CINEMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...