Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Berlin Review: Nobody wants the Night της Isabel Coixet

Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Berlinale για τις έντιμες προθέσεις της. Σε ένα κινηματογραφικό σύμπαν που η γυναικεία φωνή, τόσο δημιουργικά όσο και όσον αφορά την ίδια την φύση των ιστοριών, "ακούγεται" όλο και λιγότερο συχνά, μια ταινία έναρξης που βάζει μια ηρωίδα στο προσκήνιο, τονίζει την δυναμική της σε αντίξοες καιρικές συνθήκες στην άκρη του κόσμου και υπογραμμίζει την δύναμή της μακριά από το ανδρικό πρότυπο του προστάτη, είναι αναμφισβήτητα μια πολύ ευτυχής (και άξια προβολής) συγκυρία. Το... ατυχές της περίπτωσης, όμως, έγκειται στο γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα, όχι μόνο δεν δικαιώνει τις αρχικές προσδοκίες αλλά αποδεικνύεται όσο επιφανειακό θα ήθελε να μην είναι, καταφεύγοντας σε ευκολίες, απλοποιήσεις και στερεοτυπικές απεικονίσεις, σχεδόν σαν να ξεχνά την ίδια του την κοσμοθεωρία. 


Το "Nobody Wants the Night" της Isabel Coixet ακολουθεί, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια δυναμική γυναίκα (Juliette Binoche) στη Γροιλανδία, προς αναζήτηση του εξερευνητή συζύγου της, όπου θα ανακαλύψει προς έκπληξή της ότι μια Εσκιμώα (Rinko Kikuchi) όχι μόνο έχει έρθει "πιο κοντά" στον άνδρα της, αλλά περιμένει και το παιδί του! Ναι, στον κόσμο της Isabel Coixet μια Γαλλίδα μπορεί να ερμηνεύσει μια Αμερικανίδα και μια ηθοποιός από την Ιαπωνία μπορεί κάλλιστα να αναλάβει τον ρόλο ενός Εσκιμώου. Μάλιστα, το σχεδόν αναρχικό casting λειτουργεί και ως αντίδραση στην βαρετή, τυποποιημένη προσέγγιση στις αναθέσεις ρόλων στον κινηματογράφο, μια επίθεση στην "κανονικότητα" ακόμα και σε επίπεδο επιλογής ηθοποιών .

Και πέρα, όμως, από την ανορθόδοξη επιλογή ρόλων, υπάρχουν σημεία στα οποία η Coixet δείχνει ότι μπορεί να έχει κάτι καλό στο μανίκι της. Το απέραντο λευκό τοπίο όντως προβάλλει μια ανομολόγητη απειλή και τη δύναμη της φύσης πέρα από κάθε δυνατή αντίσταση, η αφήγηση όντως προσπαθεί να εξερευνήσει τι συμβαίνει κάτω από την επιφάνεια και ποια είναι η αληθινή κινητήριος δύναμη, όπως θα περίμενε κανείς από τη δημιουργό της "Μυστικής Ζωής των Λέξεων", και η Juliette Binoche είναι διατεθειμένη να "τσαλακωθεί" στο έπακρο, όσο η απόλυτη παγωνιά και η νύχτα πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Στο "Nobody wants the night" ολόκληρη η δυναμική περιστρέφεται γύρω από την φύση της σχέσης μεταξύ δύο γυναικών και της θέσης τους απέναντι στο κενό της φύσης, κάτι που στο παρελθόν σχεδόν θα επέβαλε την παρουσία δύο ανδρών στους αντίστοιχους ρόλους.

Ταυτόχρονα, όμως, η Coixet σκοντάφτει στις ίδιες τις παγίδες που προσπαθεί όχι απλά να ξεπεράσει αλλά και να αφήσει εντελώς στο παρελθόν. Η ηρωίδα της είναι δυναμική και ατίθαση, όμως αποφασίζει να ταξιδέψει στην άκρη της γης για να βρει… απλά τον άνδρα της. Ταυτόχρονα, παρά τη φεμινιστική στάση της, καταφεύγει σε μια ολότελα εκνευριστική, στερεοτυπική αντιμετώπιση των γηγενών χαρακτήρων, δημιουργώντας απορίες σχετικά με την ίδια τη φύση τής ηρωίδας της. Επίσης, είναι κυνηγός και δε διστάζει να πανηγυρίσει τον θάνατο ενός ζώου, όπως θα έκανε ένας αντίστοιχος ανδρικός χαρακτήρας, ενώ καταδικάζει τον τρόπο ζωής των Εσκιμώων ως… βάρβαρο, ανίκανη να τον αποδεχτεί!

Φυσικά, η μεταστροφή ενός μεγάλου ποσοστού αυτών των προσεγγίσεων είναι μέρος του νοήματος της ταινίας και σίγουρα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως ελαφρυντικό, το χρονικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται η αφήγηση. Όμως, και πάλι, η χονδροειδής κατά στιγμές αντιμετώπιση της κατάστασης και η συμβατική προσέγγιση ασυμβίβαστων χαρακτήρων δεν δικαιώνει μια δημιουργό που έχει αποδείξει πως γνωρίζει πώς να χειριστεί με διακριτικότητα τις εσωτερικές διαμάχες. Το "Nobody wants the night" έχει την καρδιά του στο σωστό σημείο και όσο προχωρά φαίνεται να βρίσκει το πραγματικό της επίκεντρο στην αλληλεπίδραση των Binoche και Kikuchi, όμως, μέχρι τότε η ζημιά είναι ήδη μεγάλη που οποιαδήποτε βελτίωση είναι σίγουρα καλοδεχούμενη, όμως, δεν καταφέρνει να ανατρέψει την γενική εικόνα.

Ευτυχώς, η φυσική απουσία του ανδρικού φύλου (μόνο ο Gabriel Byrne κάνει ένα μικρό πέρασμα σε ρόλο συνοδού, σε έναν σχεδόν διακοσμητικό ρόλο που με τρόπο κλείνει το μάτι σε συνήθεις τακτικές απέναντι στο γυναικείο φύλο) κάνει το φιλμ να μην πέφτει στην παράδοση ενός τοπικού ερωτικού τριγώνου, όμως και πάλι η ηθική αυτουργία της απουσίας του στερεί από το "Nobody Wants the Night" την ένταση του φεμινιστικού του μηνύματος, κάτι που δε θα ήταν απαραίτητα κακό σε άλλη περίπτωση. Δυστυχώς, όμως, όταν η επιλογή του ως ταινία έναρξης γίνεται ακριβώς με βάση αυτή τη διάσταση, οι εν λόγω ενστάσεις γίνονται αυτόματα και πιο ουσιαστικές. Οι Binoche και Kikuchi δεν φέρουν μερίδιο της ευθύνης, όμως, η Coixet μάλλον είχε μια διαφορετική νύχτα στο μυαλό της. (2*/5)

Περισσότερα για την 65η Berlinale, εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...