Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Berlin Review: Angelica του Mitchell Lichtenstein

Δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι η "Angelica" αφορά ακόμη μια γυναικεία ιστορία. Οι αρχικές δηλώσεις της Berlinale ότι σε αυτό το φεστιβάλ το γυναικείο φύλο και οι ιστορίες του θα είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο σίγουρα δεν ήταν υπερβολικές. Και το καλύτερο είναι ότι οι περισσότερες από αυτές τις ιστορίες, όντως, έχουν να κάνουν με την θέση της γυναίκας και τις κοινωνικές συμβάσεις ανά τις εποχές, δίνοντας την ευκαιρία στον θεατή να ανακαλύψει αφηγήσεις που συνήθως μέχρι τώρα έκαναν στην άκρη για να κάνουν χώρο για καθαρά αντρικής φύσης θεματολογίες. 


Η "Angelica" στην ουσία της είναι μια ιστορία σεξουαλικής καταπίεσης στο βικτωριανό Λονδίνο. Η ομώνυμη ηρωίδα του Lichtenstein παρατηρεί περίεργα γεγονότα να συμβαίνουν στο σπίτι της, τα οποία ξεκινούν να λαμβάνουν χώρα μετά τη γέννηση του παιδιού της και την επιβολή (για λόγους υγείας) της αποχής από το… σεξ για τον υπόλοιπο της ζωής της. Αυτό που ξεκινά ως μια απλή ιστορία υπερφυσικού τρόμου και ψυχολογικών εκρήξεων καταλήγει στην πραγματικότητα να είναι μια ιστορία ερωτικής καταστολής και σεξουαλικής αφύπνισης πίσω από ένα κλασικό σκηνικό γοτθικού τρόμου για να κορυφωθεί ως πολύπλοκο ψυχογράφημα, που, ανεξάρτητα από την κατάληξη της ιστορίας, αντιμετωπίζει με σοβαρότητα την πρωταγωνίστρια της αφήγησης.

Και η πραγματική νίκη του Lichtenstein είναι ότι ειλικρινά προσπαθεί να εξερευνήσει ουσιαστικά τι συμβαίνει μέσα στο μυαλό της ηρωίδας του. Αναγνωρίζει ότι η Angelica του δεν είναι ο πιο σταθερός χαρακτήρας, όμως, προσπαθεί να φτάσει στην αιτία της κατάστασης και να δικαιολογήσει την σταδιακή καταφυγή στα άκρα, ρίχνοντας (όχι απρόσμενα) τις αιτίες στο ανδρικό φύλο. Αν παρατηρήσει κανείς, όλη η επιστημονική κοινότητα της εποχής που επιχειρεί να "σώσει" την Angelica με τις θεωρίες της αποτελείται από άντρες. Αντιθέτως, η μόνη γυναίκα του cast (η θεόρατη Janet McTeer) που επιχειρεί να δώσει μια λήξη στο αδιέξοδο, ασχολείται με τον... ευτελή χώρο του παραφυσικού. Ο Lichtenstein αρέσκεται στο να δείχνει ειρωνικά τους χαρακτήρες του με το δάχτυλο, μέσα, όμως, από την οπτική υπερβολή καταφέρνει να σκιαγραφήσει και την ουσία του προβλήματος.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα καταφέρνει άψογα σε όλους τους τομείς. H αφήγησή του "σκοντάφτει" όταν θέλει να δώσει επιτηδευμένη κατεύθυνση στις εξελίξεις, οι περιφερειακοί χαρακτήρες πολλές φορές ανάγονται σε κοινωνικά κλισέ για να κάνουν ακόμα πιο εμφανή τον ρόλο τους ενώ αχρείαστες σκηνές στην αρχή και το τέλος τοποθετούν ολόκληρη της αφήγηση σε μορφή flashback. Ναι, ο Lichtenstein διασκευάζει για τη μεγάλη οθόνη το ομώνυμο βιβλίο τού Arthur Philips, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να το "πειράξει" για να ρέει καλύτερα κινηματογραφικά.

Ευτυχώς, όμως, στην ατμόσφαιρα και στην αναπαράσταση της εποχής, ο Lichtenstein τα καταφέρνει περίφημα, παρά το γεγονός ότι το budget δεν επιτρέπει και τα καλύτερα των ειδικών εφέ. Εξάλλου, έχει ως όπλο την, ταιριαστά αφελή και υπερβολική κατά στιγμές και κατάλληλα διαστροφική κατά άλλες, Jena Malone, που δίνεται ολοκληρωτικά στον ρόλο, κάνοντας την Angelica της μια προσωπικότητα, της οποίας θέλουμε την σωτηρία. Επιπλέον, ο Lichtenstein δεν διακατέχεται από εξάρσεις σεμνοτυφίας ή πουριτανισμού, σε αντίθεση με την εποχή όπου εξελίσσεται η αφήγηση, συμπεριλαμβάνοντας μέσα στην ταινία σκηνές που δύσκολα να έβρισκαν τον δρόμο τους σε ένα mainstream χολιγουντιανό, γοτθικό horror αλλά αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι ενός κόσμου πίσω από καθώς πρέπει κλειστές πόρτες. Όπως έδειξε και με το βιτριολικό "Teeth", ο σκηνοθέτης αρέσκεται να εξερευνά την γυναικεία σεξουαλικότητα. Είναι λοιπόν πολύ ευτυχές που με το "Angelica" έκανε ένα ακόμη βέβαιο βήμα προς την σωστή κατεύθυνση. (3*/5)

Περισσότερα για την 65η Berlinale, εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...