Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Movie review: "The Man from U.N.C.L.E." του Guy Ritchie

Στην καρδιά των ψυχροπολεμικών 60’s, ένας Αμερικανός κατάσκοπος, ένας Ρώσος πράκτορας και μια Γερμανίδα μηχανικός δεν αποτελούν… ανέκδοτο αλλά την τελευταία ελπίδα της ανθρωπότητας πριν από την ευρεία κυκλοφορία της φόρμουλας της ατομικής βόμβας. Φυσικά.

Μέσα σε μία χρονιά που χαρακτηρίστηκε από την αναλυτική εξέταση του είδους των κατασκοπευτικών ταινιών, το "The Man from U.N.C.L.E." καλείται από την αρχή να προσδιορίσει τον λόγο της ύπαρξής του στο φιλμικό… spy-fi σύμπαν αλλά και να έρθει σε ευθεία σύγκριση τόσο με πιο παραδοσιακές αναγνώσεις του είδους με ισότιμη κληρονομιά στην pop κουλτούρα, όπως το "Mission Impossible: Rogue Nation" [letterboxd], όσο και με περισσότερο ανανεωτικές εκδοχές της κλασικής ιστορίας, όπως το (καρτουνίστικα υπερβίαιο) "Kingsman" και το (φεμινιστικά μεταμοντέρνο και ξεκαρδιστικό) "Spy" [letterboxd], τα οποία προτίμησαν να επενδύσουν περισσότερο στο χιούμορ και την κριτική αντιμετώπιση των αρχετυπικών πλαισίων του genre.

Γι’ αυτό και διασκευάζοντας την ομώνυμη cult τηλεοπτική σειρά της δεκαετίας του ’60 και κρατώντας σχεδόν την πλειοψηφία των χαρακτήρων της (η γυναικεία παρουσία της τριπλέτας, αν και βασίζεται στον χαρακτήρα της τηλεοπτικής Lisa Rogers της Barbara Moore, αποτελεί ουσιαστική δημιουργία της ταινίας), ο Guy Ritchie από την πρώτη κιόλας σκηνή αντλεί από το οπλοστάσιό του τα πιο δυνατά (και συνήθη) όπλα του. Γρήγοροι ρυθμοί, παιχνιδίσματα με τις γωνίες λήψεις και τις πολλαπλές οπτικές εντός κάδρου, καλογυαλισμένες καταδιώξεις, αναφορές στις κλασικές αφηγηματικές γραμμές και ανατροπές των κλασικών κατασκοπευτικών ταινιών, από το πρώτο κιόλας πεντάλεπτο, βοηθούν στη δημιουργία ενός ασφαλούς κλίματος επικοινωνίας μεταξύ του κοινού και του σκηνοθέτη, ο οποίος φαίνεται να ενδιαφέρεται κυρίως όχι για την επαναστατική επανανάγνωση του είδους αλλά για τη μεταφορά του στα μάτια ενός πιο σύγχρονου και μάλλον νεανικού κοινού, χωρίς να χαθούν τα στοιχειώδη χαρακτηριστικά του στη μετάφραση (σε αντίθεση με τον δικό του "Sherlock Holmes", όπου σίγουρα είχε λάβει περισσότερα ρίσκα στην αποτύπωση της ιστορίας του).

Μια πιο προσεκτική παρατήρηση του φιλμ θα αποδείξει πως, καθόλη τη διάρκεια της ταινίας, ο Richie δεν φτάνει ποτέ στον βαθμό της στιλιζαρισμένης υπερβολής που συνήθιζε να προτιμά στο υπόλοιπο της φιλμογραφίας του. Όποιος είναι εξοικειωμένος με τις σκηνοθετικές τάσεις του, στο φιλμ θα ανακαλύψει (απρόσμενα) μια έλλειψη αφηγηματικής αμετροέπειας, την αποφυγή των εκτενών βιντεοκλιπίστικων αναφορών, μια συγκροτημένη (σε σχέση με το παρελθόν του) οπτική στην ανάπτυξη των σκηνών δράσης αλλά και αρκετές σκηνές εξέλιξης των (πολύπλοκων για τα δεδομένα του είδους) σχέσεων των χαρακτήρων, που στόχο έχουν την ολοκληρωμένη ανάπτυξη της ιστορίας και όχι τον εύκολο εντυπωσιασμό.

Μερικές φορές, δε, οι επιλογές του προκαλούν αβίαστα το χαμόγελο της έκπληξης, όπως στην περίπτωση μιας σκηνής δράσης με εντελώς μη αναμενόμενο ηχητικό χαλί (αλλά πάντα συνεπές με το γεμάτο 60′s ήχους soundtrack), αλλά και μια ανατροπή λίγο πριν το φινάλε, που λύνει έξυπνα την ιστορία αποφεύγοντας την παγίδα μιας υπερβολικά περιπετειώδους κλιμάκωσης, στην οποίο κατέπεσε η πιο πρόσφατη "Επικίνδυνη Αποστολή". Αυτά τα στοιχεία αποτελούν δυνατό ελαφρυντικό απέναντι σε μερικούς διάσπαρτους αναλυτικούς, επεξηγηματικούς διαλόγους που στοχεύουν μεν στην πλήρη ανάπτυξη αυτού του σύμπαντος και της ιστορίας του αλλά "χτυπούν" ταυτόχρονα τον ρυθμό της ιστορίας, όπως και στην παρουσία της εντυπωσιακής οπτικά αλλά μάλλον γενικόλογης "κακού" Elizabeth Debicki, που περισσότερο επιβεβαιώνει τα κατασκοπευτικά κλισέ παρά κλείνει με τρόπο το μάτι στους κανόνες των ταινιών αυτού του είδους.

Για πολλούς, βέβαια, όλα αυτά ενδεχομένως να είναι λεπτομέρειες μπροστά στο εξαιρετικά φωτογενές καστ της ταινίας, το οποίο αποτελεί και το μεγαλύτερό της θέλγητρο, τελικά. Ο γοητευτικός σνομπισμός του Napoleon Solo του Henry Cavill, η τραχιά και περισσότερο ακατέργαστη γοητεία του Illya Kuryakin του Armie Hammer (οι συγκρίσεις με τους Robert Vaughn και ο David McCallum της αρχικής σειράς είναι μάλλον άδικες), αλλά και η όχι ακριβώς διακοσμητική παρουσία της Gaby Teller της (δικαίως, όλο και ανερχόμενης) Alicia Vikander, δημιουργούν ένα τρίγωνο ισοσκελούς δύναμης που δένει οργανικά, αντιπαραβάλλει επάξια τις δυνάμεις του και μπορεί να αποτελέσει ικανή βάση για τις μελλοντικές ιστορίες αυτού του πιθανού franchise. Ειδικά η παρουσία της Βικάντερ επιβεβαιώνει την ορμή τής ηθοποιού, η οποία μεταπηδά με άνεση ανάμεσα στα είδη, είτε πρόκειται για το δράμα δωματίου… επιστημονικής φαντασίας "Ex_machina" [letterboxd] είτε για το επερχόμενο, οσκαρικό (;) "The Danish Gir"», αποδεικνύοντας ότι τα 60’s δεν είναι τα μόνα που μπορούν να αναδείξουν το πλούσιο, όπως φαίνεται, ταλέντο της.

Επιστρέφοντας στη σύγκριση της αρχής, λοιπόν, το "The Man from U.N.C.L.E." δεν είναι το φιλμ που θα ξαναγράψει από την αρχή τους κανόνες του είδους, ούτε η ταινία που μπορεί να αποτελέσει το ορόσημο της κατασκοπευτικής ταινίας του τώρα. Είναι, όμως, απόλυτα διασκεδαστικό, καλόγουστο, με σεβασμό στον θεατή και την pop κληρονομιά του και συνειδητά πρόθυμο να αποτελέσει δύο ανώδυνες ώρες οπτικής ευχαρίστησης. Με άλλα λόγια… "αποστολή εξετελέσθη". (3*/5)

Πρώτη δημοσίευση: FREE CINEMA

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...