Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Venice Review: Hacksaw Ridge του Mel Gibson

Δέκα χρόνια μετά την τελευταία φορά που κάθισε στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ο Mel Gibson επιστρέφει στα καθήκοντά του, ανταλλάσσοντας το παρελθόν της κεντρικής Αμερικής με την φρίκη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Το "Hacksaw Ridge", δέκα χρόνια μετά το διχαστικό "Apocalypto" (το οποίο εγώ σαφώς και εκτίμησα για την τραχύτητα, την ενέργεια και την φιλοδοξία του), έχει την ούγια του "κλασικού Χόλιγουντ", έχει δράμα, έχει πόλεμο, έχει συγκίνηση και διαρκή ένταση και στηρίζεται πάνω σε μια αληθινή ιστορία η οποία μπορεί να χτυπά ως υπερβολικά "πατριωτική" για τα ευρωπαϊκά, κινηματογραφικά γούστα, αλλά στην τελική χαρακτηρίζεται από εκείνη τη "greater than life" ουσία που αγαπάνε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Και το πιο σημαντικό; Γνωρίζει πολύ καλά πώς να κρατήσει τον θεατή του στην άκρη του καθίσματος για πάνω από δύο ώρες και να προσφέρει γνήσια κινηματογραφική ψυχαγωγία.

Venice Review: Miljeong (The Age of Shadows) του Kim Jee Woon

Είμαι σίγουρος ότι ακόμα και ένα φύλλο που πέφτει στο έδαφος να έπρεπε απλά να κινηματογραφήσει ο Kim Jee Woon, θα το έκανε με μια αμεσότητα που θα έκοβε την ανάσα βρίσκοντας χίλιους δυο τρόπους να αναδείξει την παραμικρή του κίνηση και να δώσει ένταση σε κάθε δευτερόλεπτο της πορείας της. Ο άνθρωπος είναι μεγάλος μάστορας της εικόνας, στήνει τα κάδρα λες και είναι έργα τέχνης, χορογραφεί τα πάντα σαν να είναι ένα μπαλέτο θανάτου και αναδεικνύει κάθε ήρωά του μέσα στον όλο χαμό ως ξεχωριστή, διακριτή προσωπικότητα. Κατά μία έννοια, οι ταινίες του είναι κλασικό, εντυπωσιακό Hollywood, έτοιμες να αποθεωθούν από ένα μαζικό κοινό και ταυτόχρονα τόσο πλούσιες, πολυεπίπεδες και μελετημένες που δεν γίνεται να αφήσουν τους ξινούς κριτικούς αδιάφορους.

Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2016

Venice Review: Koolhoven's Brimstone του Martin Koolhoven

Ένα από τα ενδιαφέροντα πράγματα που προκύπτουν κάθε χρόνο στα φεστιβάλ είναι οι κοινές θεματικές και οι απρόσμενα παρεμφερείς αφηγηματικοί άξονες των φιλμ που προβάλλονται (εδώ θα βρεις όλες τις κριτικές από το 73ο φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας). Για παράδειγμα, ας πούμε ότι φέτος δεν είναι μια καλή χρονιά για τη μητρότητα, με το ζευγάρι του "The Light Between Oceans" [The Frame Game Review] να μην μπορεί να κάνει παιδιά, την Amy Adams του "Arrival" [The Frame Game Review] να έχει μια σχετική, τραγική απώλεια στο παρελθόν, έναν άλλον χαρακτήρα (όχι spoilers!) να έχει μια έκτρωση πια πίσω της και ένα μωρό νεκρό να δίνει το έναυσμα για ολόκληρη την ιστορία του "Brimstone" του Martin Koolhoven ή, μάλλον καλύτερα, το… "Koolhoven’s Brimstone", όπως μεγαλόπρεπα αναφέρεται στους τίτλους της αρχής και θα αναφέρεται από δω και πέρα, ως δείγμα σεβασμού στον ταπεινό σκηνοθέτη του.

Venice Review: Frantz του François Ozon

Υπάρχει κάτι αξιοσημείωτο στο σινεμά που αρέσκεται να δημιουργεί ο Ozon: δεν είναι ποτέ βαρετό. Ετερόκλητο, σχιζοφρενικό, ενίοτε εκτροχιασμένο, ναι. Βαρετό, όμως, ποτέ. Πάντα έχει μια ενέργεια, μια σαφή επίγνωση του τι κάνει και μια συνεχή διάθεση για παιχνίδισμα και πειραματισμό που αψηφά τα είδη και τον οδηγεί συχνά σε αχαρτογράφητες, επικίνδυνες περιοχές. Το "Frantz" αποτελεί κομμάτι αυτού του σύμπαντος όχι με την έννοια του πειραματισμού (θα λέγαμε ότι είναι μάλλον από τις πιο "παραδοσιακές" ταινίες του) αλλά με την έννοια ότι και πάλι ο Ozon αγκαλιάζει το είδος που υπηρετεί (το ερωτικό, ιστορικό δράμα στη συγκεκριμένη περίπτωση) και βρίσκει τον προσωπικό του τρόπο να το αναδείξει, δίνοντας προσοχή ακόμα και στην παραμικρή λεπτομέρεια. 

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2016

Venice Review: The Bleeder του Philippe Falardeau

Όλοι ξέρουμε την ιστορία του Rocky και τον τρόπο που αυτή η ιστορία αποτέλεσε το... χρυσωρυχείο της ζωής του Sylvester Stallone. Όμως ο Chuck Wepner είναι ο αληθινός άνθρωπος πίσω από τον... "Rocky", εκείνος ο τύπος που από σπόντα πάλεψε στο ring με τον Muhammed Ali και εκείνος που είδε τη ζωή του να γίνεται ταινία που έμεινε στην ιστορία και έγινε εισπρακτικό φαινόμενο, χωρίς τελικά ο ίδιος να έχει κάποια έστω οικονομική απολαβή. Φανταστική ιστορία για να μείνει ανεκμετάλλευτη από το Hollywood, σωστά;

Venice Review: Nocturnal Animals του Tom Ford


Τα "Nocturnal Animals" του Tom Ford έχουν σίγουρα το πιο δυνατό άνοιγμα που μπορεί να περιμένει κανείς: στιλιζαρισμένο, σκοτεινό και σαφώς πασπαλισμένο με glitter, ακριβώς όπως θα ήθελε κανείς μια ολόκληρη ταινία του Ford, ο οποίος με το ντεμπούτο του "A Single Man" πέρασε με επιτυχία τις κινηματογραφικές του εξετάσεις. Οι μορφές των τσαλακωμένων, εύσωμων, γερασμένων και περήφανων γυμνών γυναικών που χορεύουν προκλητικά μπροστά από τις βαριές κόκκινες κουρτίνες υπό τη μουσική του Abel Korzeniowski, όμως, δίνουν δυστυχώς πάσα σε μια ταινία άνιση και εντυπωσιακά ετερόκλητη, η οποία προσπαθεί (όχι πάντα επιτυχημένα) να παντρέψει το pulp, "βρώμικο" στυλ του βιβλίου στο οποίο βασίστηκε (το cult "Tony and Susan" του Austin Wright) με τη μανία του σκηνοθέτη για την αποτύπωση της λάμψης και της φινέτσας ακόμα και στα όχι ακριβώς πιο εμφανώς όμορφα πράγματα.

Venice Review: El Cristo Ciego (The Blind Christ) του Christopher Murray

Όσο κι αν οι θρησκευτικές ταινίες δεν είναι το καλύτερό μου, οι ταινίες που πραγματεύονται την ίδια την ιδέα της Πίστης και τον τρόπο που ο καθένας την αντιλαμβάνεται και την αναζητεί μέσα στην ζωή θεωρώ ότι προσφέρουν απίστευτη δυναμική και ενδοσκόπηση, αμφότερα χαρακτηριστικά που μόνο καλό μπορούν να κάνουν σε οποιαδήποτε ταινία. Σε αυτό το κλίμα, το "El Cristo Ciego" του Christopher Murray εμπνέεται από τη ζωή τού Χριστού για να περιγράψει τη ζωή ενός ανθρώπου από τη Χιλή, ο οποίος νιώθει ότι έχει μέσα του την ικανότητα να πραγματοποιήσει ένα θαύμα θεραπεύοντας έναν παλιό του φίλο και να την μετατρέψει σε μια σύγχρονη αναζήτηση του θείου μέσα στον ίδιο άνθρωπο.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2016

Venice Review: Les Beaux Jours d' Aranjuez (The Beautiful Days of Aranjuez) [3D] του Wim Wenders

Κατά την πρωινή δημοσιογραφική προβολή του "Les Beaux Jours d' Aranjuez", της νέας δηλαδή δουλειάς τού Wim Wenders και την συνέχεια του πειραματισμού του με το 3D, ένα τεχνικό πρόβλημα με τους αγγλικούς υπότιτλους ανάγκασε την ταινία να ξεκινήσει ξανά από την αρχή, αυτή τη φορά χωρίς όμως ιταλικούς υπότιτλους, εξοργίζοντας τους ντόπιους θεατές και δημιουργώντας ένα σχετικό σούσουρο μπροστά στην κριτική επιτροπή, η οποία είχε έρθει για να παρακολουθήσει την προβολή του φιλμ. Όταν αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της προβολής και εκείνο το στοιχείο που επιθυμείς να κρατήσεις περισσότερο από όλο το φιλμ γενικά, καταλαβαίνεις ότι κάτι δεν έχει πάει καθόλου καλά.

Venice Review: Arrival του Denis Villeneuve

Ας το πω από την αρχή γιατί εδώ δεν χρειάζεται καμία υπεκφυγή: Το "Arrival", η νέα ταινία του Denis Villeneuve, στην οποία η Amy Adams υποδύεται μια γλωσσολόγο που καλείται να ανακαλύψει αν οι εξωγήινοι που μόλις επισκέφθηκαν τη Γη έχουν εχθρικές ή φιλικές διαθέσεις, είναι ένας αγνός, ανόθευτος θρίαμβος. Και σε οπτικό επίπεδο με την φωτογραφία του Bradford Young να μην κάνει αισθητή την απουσία του Roger Deakins μετά τις δύο συνεργασίες του με τον Villeneuve στο "Prisoners" [letterboxd] και το "Sicario" (και, πιστέψτε με, αυτό είναι τρομερό κομπλιμέντο / letterboxd), και σε ερμηνευτικό επίπεδο με την Amy Adams να αποκαλύπτει γιατί αξίζει να θεωρείται μια τεράστια ηθοποιός αλλά και σε αφηγηματικό και συναισθηματικό επίπεδο, με την ιστορία να αποκαλύπτει σταδιακά την πραγματική διάστασή της. Γιατί όπως κάθε καλό sci-fi που σκέφτεται τον εαυτό του, το "Arrival" κρύβει μέσα του μια μεγάλη αλήθεια, η οποία ξεπερνά απλά την αποθέωση της γλώσσας και της επικοινωνίας για να μιλήσει απρόσμενα για την ίδια τη ζωή και τον τρόπο που τη βιώνουμε και την αντιλαμβανόμαστε. Μπορεί η επιφάνεια να είναι η καθαρή επιστημονική φαντασία, όμως σταδιακά και μέσα από ένα ευφυές μοντάζ, το ίδιο το φιλμ ξεπερνά τα είδη και γίνεται κάτι μεγαλύτερο και απόλυτα ανθρώπινο – όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό.

Venice Review: The Light Between Oceans του Derek Cianfrance

Στην μεγάλη Βίβλο των κακών ταινιών, υπάρχει ένας κανόνας που λέει ότι αν, παρά την αποτυχία, τουλάχιστον μια ταινία προσπάθησε να παρουσιάσει κάτι (δομικά, αφηγηματικά, τεχνικά) ενδιαφέρον, αν δηλαδή τόλμησε για κάτι και απλά δεν της βγήκε, αυτή είναι πολύ καλύτερη περίπτωση από μια ταινία που δεν την λες και έκτρωμα αλλά πασχίζεις να ανακαλύψεις έστω κι ένα ίχνος καρδιάς και ψυχής μέσα της, γονατίζοντας από την βαρεμάρα, όπως δηλαδή συμβαίνει στην περίπτωση του "The Light Between Oceans". Γιατί το φιλμ του Derek Cianfrance (των "Blue Valentine" και "The Place Beyond the Pines"), ενώ υπόσχεται δράμα και δύσκολες επιλογές (καθώς αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού, λίγο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το οποίο βρίσκει ένα μωρό και το αναθρέφει για να ανακαλύψει στην πορεία ότι η αληθινή μητέρα του το αναζητεί), στο τέλος καταλήγει άνευρο και επιφανειακό και, σίγουρα, μια εκνευριστικά χαμένη ευκαιρία.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...