Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Berlin Reviews: Γρήγορος γύρος με Ulrich Seidl, προβολές από το Sundance και εκπλήξεις από την Ολλανδία και την Κορέα.

Εν αναμονή των σημερινών βραβείων, που θα επιβεβαιώσουν ή όχι τα προγνωστικά που θέλουν το Gloria ως φαβορί για μία από τις υψηλότερες διακρίσεις, συγκεντρώνουμε τις υπόλοιπες ταινίες που είδαμε κατά τη διάρκεια της 63ης Berlinale. Οι προβολές περιλαμβάνουν ταινίες που έκαναν την πρεμιέρα τους στο Sundance και κατέβηκαν στο Βερολίνο για την διεθνή τους πρεμιέρα, κάποιες τελευταίες επιλογές του διαγωνιστικού αλλά και ένα ντεμπούτο έκπληξη από την συνήθη ύποπτη Κορέα


ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ


In the name of... (W imię...)
Το La Religieuse δεν ήταν η μοναδική ταινία του διαγωνιστικού που τα έβαλε με την καθολική εκκλησία. Η Malgoska Szumowska επιστρέφει μετά το Elles στο Βερολίνο και εξακολουθεί να ασχολείται με ζητήματα που, θεωρητικά, δημιουργούν πρόκληση και αγγίζουν τα όρια του ταμπού. Θεωρητικά, γιατί η τελική αποτύπωση είναι αρκετά ανώδυνη σε σχέση με τις προσδοκίες.

Ο πάτερ Αδάμ (Andrzej Chyra) διοικεί ένα μικρό, ας το πούμε, ίδρυμα, που δίνει καταφύγιο σε νεαρά κατατρεγμένα αγόρια ή άτομα με προβληματικό παρελθόν. Ο ίδιος είναι ιδιαίτερα αγαπητός από τα παιδιά και φαίνεται να επιλύει όλα τα προβλήματα, χωρίς να υπάρχει αντίδραση. Το μόνο του πρόβλημα είναι δεν μπορεί να εκδηλώσει ξεκάθαρα τα αισθήματά του. Όταν, όμως, γνωρίσει τον Lukasz (Mateusz Kosciukiewicz), θα έρθει αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό και θα πρέπει να βρει έναν τρόπο για να ξεφύγει από το αδιέξοδό του.

Η Szumowska, αφού απασχολήθηκε με το θέμα της γυναικείας πορνείας στο Elles, επιλέγει με την νέα της ταινία να πλησιάσει το θέμα της ομοφυλοφιλίας μέσα στην καθολική εκκλησία. Στόχος της δεν είναι να κάνει καμία βαρυσήμαντη δήλωση αλλά περισσότερο να παρουσιάσει του ανθρώπους που θεωρεί ότι είναι εγκλωβισμένοι μέσα σε μία πραγματικότητα που τους καταπιέζει. Ο συνήθης ύποπτός της, Andrzej Chyra, στον ρόλο του Αδάμ, όντως καταφέρνει να μεταφέρει την υπόγεια ένταση που βιώνει και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, παραμένει μια φιγούρα που εμπνέει σεβασμό και συμπάθεια. Οι σκηνές χωρίς διαλόγους, όπως το πρωινό τζόγκινγκ που παρομοιάζεται με την προσευχή ή η σκηνή μέσα στα λιβάδια όπου ο Αδάμ και ο Lucasz επικοινωνούν με άναρθρες ζωικές κραυγές, έχουν και τον μεγαλύτερο αντίκτυπο στην αποτύπωση του εσωτερικού των πρωταγωνιστών.

Δυστυχώς, στο τέλος η Szumowska καταλήγει σε μάλλον διδακτικά πλάνα που κουνούν το δάχτυλο για να δώσουν έμφαση, όμως, οι πανέμορφες εικόνες που γεμίζουν το φιλμ της, καταφέρνουν να βελτιώσουν τις τελικές εντυπώσεις. Κακό δεν είναι σε καμία περίπτωση, απλά δεν καταφέρνει τελικά να βρει την δύναμη για να παρουσιάσει κάτι αφοπλιστικά ειλικρινές. (3*/5)


Paradise: Hope (Paradies: Hoffnung)
Κατά την διάρκεια της περσινής χρονιάς, ο Ulrich Seidl παρουσίασε σε όλη την Ευρώπη την τριλογία του σχετικά με τον "Παράδεισο", ή αλλιώς τον τρόπο με τον οποίο έψαχναν παράλληλα την ευτυχία τρεις γυναίκες της ίδιας οικογένειας. Στο Paradise: Love, η Teresa έψαχνε την αληθινή αγάπη στις ακτές της Κένυα κάνοντας διακοπές, στο Paradise: Faith, η αδερφή της Teresa, Anna Maria, προσπαθεί να φέρει με τον Σταυρό στο χέρι (κυριολεκτικά) τον κόσμο στον ίσιο δρόμο,  περνώντας τις ημέρες των διακοπών της κάνοντας τον ιεροκήρυκα από πόρτα σε πόρτα. Το Paradise: Hope, κλείνει την τριλογία, ακολουθώντας την κόρη της Teresa, που όσο εκείνη απουσιάζει στην Κένυα, περνάει τις διακοπές της σε μία κατασκήνωση απώλειας βάρους και ερωτεύεται τον πολύ μεγαλύτερό της γιατρό της κατασκήνωσης.

Περιέργως, για ταινία του Seidl, το Paradise: Hope δεν είναι όσο σκληρό ή απάνθρωπο θα περίμενε κανείς. Ίσως σε αυτό να βοηθά το γεγονός ότι η πρωταγωνίστρια, όντας μικρή, εμπνέει περισσότερο την συμπάθεια του σκηνοθέτη. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η ταινία δεν είναι γεμάτη άβολες σκηνές, μιζέρια και μια γενική απογοήτευση προς την νέα γενιά της Γερμανίας ή της Αυστρίας. Οι νέοι της κατασκήνωσης ενδιαφέρονται μόνο για σεξ, γλυκά και πώς να μεθύσουν, χωρίς να έχουν ηθικές αναστολές ή προβληματισμούς. Η Melanie Lenz, μέσα σε όλη αυτή την παρακμή, όντως, είναι ένα άτομο που δίνει ελπίδα για το μέλλον, όμως, εγκλωβίζεται κι εκείνη στις προσταγές του περιβάλλοντός της.

Παράλληλα, σε αντίθεση με τις προηγούμενες ταινίες της τριλογίας, η "Ελπίδα" παραείναι προφανής, χωρίς να έχει πολλά να πει, κάτι που ίσως προδίδεται και από την σύντομη διάρκεια (για Seidl) της ταινίας. Σε τελική ανάλυσή, όμως, ακόμα κι αν δεν είναι το πιο δυνατό κομμάτι της τριλογίας, το Paradise: Hope, κλείνει αποτελεσματικά ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα του Ulrich Seidl, που μαρτυρά το ντοκιμαντερίστικο παρελθόν του, και αφήνει ανοιχτή την πόρτα για το δημιουργικό μέλλον του σκηνοθέτη. (2,5*/5)


ΠΑΝΟΡΑΜΑ


It's all so quiet (Boven is he stil)
Ήταν η ταινία που άνοιξε τις ειδικές προβολές του Πανοράματος και όχι άδικα. Χαμηλών τόνων, αργό αλλά ουσιαστικό, ακολουθώντας την καθημερινότητα του πρωταγωνιστή του μέσα στη βαρετή της παρέλευση, το It's all so quiet καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον από το οποίο δεν φαίνεται να υπάρχει διαφυγή.

Ο Helmer (Jeroen Willems, ο Ολλανδός κλώνος του Michael Shannon), διοικεί την οικογενειακή φάρμα, ενώ παράλληλα φροντίζει τον κατάκοιτο πατέρα του. Οι σχέσεις τους δεν είναι και οι καλύτερες, με το οικογενειακό να παρελθόν να εντείνει τις μεταξύ τους συνομιλίες. Παρόλα αυτά, ο Helmer κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του, προσπαθώντας να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του, όμως, θα αρχίσει να καταπιέζεται όλο και περισσότερο, όταν αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως η ζωή του έχει βγει σε αδιέξοδο.

Αγαπημένη θεματολογία των φεστιβάλ η υπαρξιακή κρίση, όμως το μυστικό κάθε φορά κρύβεται στην αποτύπωση. Η Nanouk Leopold χειρίζεται πολύ λεπτά την ψυχολογία του ήρωά της, αφήνοντας τις πληροφορίες να γλιστρήσουν μέσα από τις καθημερινές, ρουτινιάρικες εργασίας και χωρίς να κάνει προφανείς σκηνές έκρηξης ή ξεσπασμάτων. Αντίθετα, επιλέγει να χτίζει την ένταση σταδιακά και να βασίζεται στις σιωπές, τις αμήχανες παύσεις και στις ματιές των ίδιων των πρωταγωνιστών. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι η αναμενόμενη έκρηξη που θα κατάστρεφε την ισορροπία ...δεν έρχεται τελικά ποτέ, κάνοντας την πίεση αβάσταχτη ακόμα και για τον θεατή. Από τα πολύ υποτιμημένα έργα του φεστιβάλ, που προς το παρόν ξέφυγαν από την προσοχή του κοινού, που θα βρει όμως τον δρόμο του μέσα από την ευρωπαϊκή του πορεία. Γιατί του αξίζει η προβολή. (3,5*/5)


Fatal (Kashi-ggot)
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ντεμπούτα του φεστιβάλ ήρθε από την Κορέα και κατάφερε να εκπλήξει από τον απρόσμενο συνδυασμό χιούμορ και revenge story. Το Fatal ξεκινά όταν μια παρέα παιδιών απαγάγουν και αποφασίζουν να βιάσουν ένα συνομήλικό τους κορίτσι. Ανάμεσά τους και ο Sung-gong (ο πρωτοεμφανιζόμενος Nam Yeon Woo σε έναν απαιτητικό ρόλο), ο οποίος αρνείται να συμμετέχει και υπόκειται στα χλευαστικά σχόλια των υπολοίπων και γίνεται και ο ίδιος θύμα ενός παράδοξου παιχνιδιού εξουσίας. Δέκα χρόνια μετά, η μοίρα τα φέρνει έτσι ώστε ο Sung-gong να έρθει ξανά μπροστά στην κοπέλα του παρελθόντος, και ακόμη χειρότερα να την ερωτευτεί. Ακολουθώντας τους Κορεάτικους κανόνες κινηματογραφίας, αυτή η ιστορία δεν ξέρουμε πώς θα τελειώσει, όμως, σίγουρα δε θα έχει αίσιο τέλος.

Ο σκηνοθέτης Lee Don-ku χωρίζει την ταινία σε δύο μέρη ακραίας διαφοράς στο ύφος. Εξαιρώντας την εισαγωγή, το πρώτο μέρος είναι ανάλαφρο και παρουσιάζει την ατμόσφαιρα ενός εναλλακτικού Love Story. Χιουμοριστικά στιγμιότυπα, ανάλαφρες σκηνές, οι αμήχανες στιγμές της γνωριμίας, όλα λαμβάνουν την προβολή που χρειάζεται. Κάτω, όμως, από την επιφάνεια, υπάρχει μια άλλη ταινία που αρχίζει να γίνεται εμφανής από την μέση και μετά. Το παρελθόν του Sung-gong δεν πρόκειται να τον αφήσει ήσυχο, και όταν εκείνο αρχίζει να γίνεται αβάσταχτο, η ταινία αλλάζει τόνο και αρχίζει να κινείται σε πιο σκληρά μονοπάτια. Ο Nam Yeon Woo χειρίζεται εντυπωσιακά τις αλλαγές του χαρακτήρα και κερδίζει το χειροκρότημα επάξια. Ίσως, στην τελική, το πρωτογενές υλικό να μην είναι και το πιο πρωτότυπο, όμως η απόδοση σίγουρα τραβά το ενδιαφέρον και προκαλεί την ανυπομονησία για τις μελλοντικές δουλειές των συντελεστών. (3*/5)


Belleville Baby 
Αν μη τι άλλο, το Belleville Baby είχε έναν καινοτόμο τρόπο παρουσίασης της ιστορίας του. Στην  βάση του, το ντοκιμαντέρ της Mia Engberg είναι μια σπουδή πάνω στην ίδια την έννοια της μνήμης και παρουσιάζει μία πρωτότυπη παραλλαγή πάνω στην ιδέα του μύθου του Ορφέα και της Ευρυδίκη (Hint: πόσο αλήθεια ήθελε να σωθεί η ίδια η Ευρυδίκη;). Αυτό όμως που το κάνει διαφορετικό είναι ο τρόπος κινηματογράφησής του.

Για ένα μεγάλο μέρος της ταινίας, ακούμε τον scripted διάλογο της σκηνοθέτιδος με τον ηθοποιό που ερμηνεύει ένα πρόσωπο από το παρελθόν της, με το οποίο ζήσανε έναν μεγάλο έρωτα πριν εκείνος χαθεί στις φυλακές κι εκείνη ακολουθήσει την πορεία των σπουδών της. Τους διαλόγους συνοδεύουν φωτογραφίες από τα παλιά και σκηνές τραβηγμένες από το κινητό, από κάποιον άγνωστο άνθρωπο (η σκηνοθέτις δεν ήθελε ούτε στο q&a  μετά να αποκαλύψει λεπτομέρειες για αυτόν, υπονοώντας ότι προέρχεται από τον εγκληματικό χώρο) ο οποίος αναλαμβάνει να εικονογραφήσει την ιστορία που αφορά η αφήγηση. Παράλληλα, στην ιστορία παρεμβάλλονται και πλάνα τραβηγμένα από την Engberg, που αφορούν την οικογένειά της, από το παιδί της μέχρι την γιαγιά της, η οποία ήταν και η πρωταγωνίστρια στο πρώτο της μικρού μήκους φιλμ. Όλα αυτά δημιουργούν ένα πρωτότυπο μείγμα αφήγησης, που εντυπωσιάζει από την απλότητα και την μεταδοτικότητά του. Η ίδια υποστήριξε πως το μέλλον του ντοκιμαντέρ βρίσκεται "μέσα στις ψυχές των κινηματογραφιστών και πρέπει να κοιτάξουν μέσα τους για να δημιουργήσουν κάτι πραγματικά καινούριο". Με το Belleville Baby, υποστηρίζει με στόμφο αυτό το επιχείρημά της. (3*/5)


ΔΙΕΘΝΕΣ FORUM


I used to be darker
Τα τελευταία χρόνια, το Forum του Βερολίνου έχει μετατραπεί κατά κάποιον τρόπο σε πλατφόρμα απόβασης των ταινιών του Sundance, που αναζητούν προβολή εκτός Αμερικής. Το I used to be darker, για παράδειγμα, έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του πριν λίγες βδομάδες στην Αμερική και αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στο μη-αμερικανικό κοινό την περασμένη εβδομάδα στην Berlinale. Η ταινία φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που περιμένει κανείς από μία αμερικανική ανεξάρτητη παραγωγή, όμως δεν καταφέρνει να σταθεί στο ύψος των προηγούμενων επιτυχιών του είδους.

Η Taryn (Deragh Campbell), ύστερα από μία ερωτική απογοήτευση, πηγαίνει στους θείους της (τον Bill και την Kim) για να μείνει κάποιες μέρες, δίχως όμως να γνωρίζει ότι τους πετυχαίνει στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Δηλαδή, ακριβώς πάνω στον χωρισμό τους. Στο διάστημα των επομένων ημερών, οι δυναμικές μεταξύ τους θα ηλεκτριστούν και, στο τέλος, οι περισσότεροι θα βρεθούν σε μία καινούρια κατάσταση για το εγγύς μέλλον.

Ο Matt Porterfiled αποφασίζει να δώσει έμφαση στις συζητήσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών και να αφήσει την ιστορία να εξελιχθεί μέσα από αυτές τις αλληλεπιδράσεις. Τα μεγάλα γεγονότα που αλλάζουν την ζωή των χαρακτήρων μένουν πάντα εκτός πλάνου και αυτό σίγουρα βοηθά την ταινία να αποφύγει το μεγάλο δράμα, αλλά παράλληλα μετριάζει και τον αντίκτυπό της στον θεατή. Δυστυχώς, σε πολλές σκηνές μαρτυρείται η απειρία των ηθοποιών (ιδιαίτερα των νέων), γεγονός που οδηγεί σε μερικές αμήχανες σκηνές δραματουργικής έντασης. Το φιλμ περιορίζεται μέσα στα κλισέ που έχει επιβάλλει ο ανεξάρτητος αμερικάνικος κινηματογράφος κι ενώ δείχνει προοπτικές, δεν τις εκπληρώνει μέχρι το τέλος της ταινίας.

Παρόλα αυτά, όταν οι ηθοποιοί καλούνται να τραγουδήσουν (το ζευγάρι που χωρίζει αποτελείται από δύο τραγουδοποιούς), καταφέρνουν να μεταδώσουν όσα δεν μπόρεσαν με τους διαλόγους. Τα τραγούδια της ταινίας (που έγραψε η ίδια η Kim Taylor, που υποδύεται και την Kim) περιέχουν όλη την ουσία της ταινίας. Αν μπορούσε μόνο αυτή η αίσθηση να μεταφερθεί και σε όλο το υπόλοιπο φιλμ... (2*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...