Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

Rotterdam Review: Concrete Clouds (Pavang rak) του Lee Chatametikool


Όταν ο μόνιμος μοντέρ του Apichatpong Weerasethakul (ο οποίος εκτελεί και χρέη παραγωγού) παρουσιάζει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, σίγουρα περιμένεις κάτι που να αποτελεί λογική συνέχεια της arthouse αισθητικής του "μέντορά" του. Και, όμως, ο Lee Chatametikool καταφέρνει να ανατρέψει τις προσδοκίες και να παρουσιάσει ένα απόλυτα μοντέρνο και προσιτό φιλμ, που μαρτυρά τόσο την φρεσκάδα του δημιουργού αλλά και την ικανότητά του στον χειρισμό ταυτόχρονων πολλαπλών θεματικών.


Όταν ο πατέρας του αυτοκτονεί, ο Mutt αναγκάζεται να επιστρέψει από την Νέα Υόρκη, όπου εργάζεται τα τελευταία χρόνια, στην γενέτειρά του Ταϊλάνδη, από την οποία ήθελε διακαώς να δραπετεύσει. Λίγες μέρες μετά από την επιστροφή του, αποφασίζει να αναζητήσει την εφηβική του αγάπη, με την οποία όλα έληξαν άδοξα όταν εκείνος αποφάσισε να φύγει μακριά. Η Sai, ύστερα από μια σύντομη πορεία στον χώρο του θεάματος, έχει "αποσυρθεί" στον χώρο του marketing, όμως, και η ίδια αντιλαμβάνεται πως τα πράγματα και η ζωή της δεν είναι ιδανικά. Η έξωση από το διαμέρισμά της και η φοβία ότι θα παραμείνει σύντομα χωρίς την συντροφιά των φίλων της, που μία μία παντρεύονται, είναι μόνο δύο από αυτά που την βασανίζουν.

Η ζωή του νεώτερου αδερφού του Mutt, Nic, κατά πολλές έννοιες καθρεφτίζει την νεανική ζωή του αδερφού του. Ο Nic βρίσκεται στο δίλημμα αν πρέπει να φύγει ή όχι, όπως o Mutt, ενώ η σχέση του με την Poupee, μία γειτόνισσα που δεν είναι και η ικανότερη στην έκφραση των συναισθημάτων της, καταρρέει κάτω από αυτή την προοπτική. Όσο εκείνος βασανίζεται από τις προοπτικές του μέλλοντος βουβά, εκείνη έχει αποφασίσει να δουλέψει σε ένα μπαρ, παρατώντας οποιεσδήποτε άλλες φιλοδοξίες, σε απόλυτη αντιστοιχία με την Sai. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν είναι και οι πιο εύκολες στην Ταϊλάνδη της οικονομικής κρίσης του 1997, όπως φαίνεται.

Προς τι η εκτενής σύνοψη; Όπως γίνεται φανερό, η υπόθεση κινδυνεύει να εισέλθει σε μελοδραματικές περιοχές, θυμίζοντας σκηνές από δράμα κορεάτικης προέλευσης. Παρόλα αυτά, το παρελθόν του Chatametikool του δίνει την δυνατότητα να αποφεύγει έντεχνα τις παγίδες και να διατηρεί αρκετή ευαισθησία για τους χαρακτήρες του, χωρίς να γίνεται φτηνός. Από την άλλη, δεν γίνεται ποτέ δήθεν, διατηρεί πάντα προσβάσιμη την αφήγησή του και ανοίγει το εύρος των θεματικών σταδιακά όλο και περισσότερο, μέχρι να γίνει μια ιστορία που αφορά μια ολόκληρη γενιά της χώρας του (και, ειρωνικά, όχι μόνο), της οποίας είναι και ο ίδιος μέλος, με συνέπεια η ιστορία του να φαίνεται απόλυτα προσωπική.

Ταυτόχρονα, στην αφήγησή του παρεμβάλλονται μουσικά video clip, μερικά ακόμη και με τους στίχους επί οθόνης, όπως θα έβρισκε κανείς σε ένα τοπικό karaoke club, που είτε παρουσιάζουν σκηνές από το παρελθόν, είτε αποτελούν δραματοποίηση των σκέψεων των πρωταγωνιστών, είτε ρίχνουν μερικές ζοφερές ματιές στο μέλλον. Επιπλέον, η τακτική αυτή βοηθά στην σύγκριση των παράλληλων διαδρομών των δύο αδερφών και την καλύτερη κατανόησή της, χωρίς να γίνεται προφανής ή υπεραπλουστευμένη. Ευτυχώς, η προϋπηρεσία του Chatametikool του έδωσε την δυνατότητα να γίνεται και pop και arthouse, χωρίς η μία υπόσταση της ταινίας να ακυρώνει την άλλη.

Όταν στο τέλος, δύο από τους πρωταγωνιστές ανταλλάσσουν ατάκες σε δύο εσωτερικούς μονολόγους που μετατρέπονται τελικά σε διάλογο, το φιλμ αποκτά μια Wong Kar-Waiκή διάσταση που έρχεται ως λογική συνέχεια της πάλης μεταξύ παρελθόντος και παρόντος και της προσπάθειας να βρεθεί ο κοινός συναισθηματικός τόπος που θα επιτρέψει τον συνδυασμό επιθυμίας και δυνατοτήτων στην καινούρια πραγματικότητα. Μπορεί να μην διατυπώνεται με τον αριστοτεχνικό τρόπο των ήδη καθιερωμένων Ασιατών auteur, όμως, δίνει σαφείς ελπίδες κι υποσχέσεις για το μέλλον του σκηνοθέτη. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο προσόν που μπορεί να βρει κανείς σε ένα κινηματογραφικό ντεμπούτο. (3,5*/5)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...