Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Venice Review: Voyage of Time του Terrence Malick

Είναι πολύ ενδιαφέρον να προσπαθεί να αναλύσει κανείς τον Terrence Malick. Κάθε ταινία τού – ασυνήθιστα για τα δεδομένα του παραγωγικού τα τελευταία χρόνια – σκηνοθέτη προκαλεί συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, διαφωνίες σχετικά με το αν πρόκειται για ένα μεγαλειώδες όραμα ή μια "δήθεν" αρλούμπα, υπό ενθουσιώδη χειροκροτήματα και γιουχαΐσματα ταυτόχρονα σε κάθε φεστιβαλική προβολή. Ο Malick έχει βολευτεί ουσιαστικά σε μια δική του αφηγηματική φόρμα, ιδιαίτερα αφαιρετική, εκτενώς φιλοσοφική, μάλλον αυτοαναφορική και σίγουρα πολύ προσωπική που, όσο εντυπωσιακή φαίνεται σε όσους την αποδέχονται και την αγκαλιάζουν, άλλο τόσο φρικιαστικά ενοχλητική φαντάζει σε όσους έχει απομακρυνθεί με βεβαιότητα απ’ αυτήν.


Αρκεί να δει κανείς τις τελευταίες (όχι τυχαία, απρόβλητες στους ελληνικούς κινηματογράφους) ταινίες του. Το "To the Wonder" [The Frame Game Review]  προσπάθησε να πει μια ιστορία για την Πίστη και τις ανθρώπινες σχέσεις στην εποχή της εγκατάλειψης, ενώ το "Knight of Cups" [The Frame Game Review] ήταν μια αφήγηση προσωπικής κρίσης ενός ανθρώπου στον κόσμο του θεάματος. Για τους οπαδούς τού Malick, και οι δύο ιστορίες λαμβάνουν μια υπαρξιακή, ανώτερη διάσταση μέσα από τη φιλοσοφική προσέγγιση του σκηνοθέτη. Για τους ορκισμένους εχθρούς του, ωστόσο, και στις δύο περιπτώσεις, ο σκηνοθέτης ανακυκλώνει το ίδιο μοτίβο ξανά και ξανά, "πουλώντας" πνεύμα αλλά δίχως να λέει κάτι ουσιαστικό ή έστω αφηγηματικά στέρεο πίσω από τον εύκολο εντυπωσιασμό της εικόνας.

Επομένως τι είναι το "Voyage of Time", η τελευταία προσθήκη του Terrence Malick σε αυτό το απόλυτα προσωπικό σινεμά; Είναι όντως η μεγαλειώδης αποτύπωση της δημιουργίας του κόσμου επί της μεγάλης οθόνης ή μήπως τελικά είναι ακόμα μια υπερφίαλη απόπειρα του πλέον διχαστικού σκηνοθέτη; Το καλό είναι ότι το φιλμ δεν προσπαθεί να αφηγηθεί μια "κανονική" ιστορία. Αντιθέτως, φλερτάρει πολύ δημιουργικά με το είδος τού ντοκιμαντέρ, για να πει με τον δικό του τρόπο ούτε λίγο ούτε πολύ την ίδια την ιστορία τού σύμπαντος. Για την ακρίβεια, ο Malick ξεφορτώνεται ό,τι τον βάραινε στις προηγούμενες ταινίες του για να αφιερωθεί σε αυτό που ξεκάθαρα τον έχει συνεπάρει τα τελευταία δημιουργικά του χρόνια: στη δύναμη της εικόνας, της φύσης, του χρόνου και της θέσης του ανθρώπου μέσα σε όλο αυτό το χάος.

Και είναι αλήθεια ότι η εικονογραφία της ταινίας είναι συγκλονιστική. Από τις λήψεις του διαστήματος και τις πρώτες ζυμώσεις τού τοπίου της Γης μέχρι τη σταδιακή ανάπτυξη της ζωής και την αλληλεπίδραση των ειδών, τα εφέ εντυπωσιάζουν, ο ρυθμός παρασύρει και το συναίσθημα προκύπτει αβίαστα μέσα από το ίδιο το μεγαλείο του πλανήτη. Γη, θάλασσα, φύση, το θαύμα της γέννησης και της δημιουργίας και, ανάμεσα σε όλα αυτά, ο άνθρωπος που λαμβάνει τη θέση ενός απλού κομπάρσου, οι πόλεις και ο πολιτισμός του που δεν λαμβάνουν παρά μόνο μια μικρή θέση στην ιστορία, και τα εμβόλιμα ψηφιακά πλάνα από τον σύγχρονο κόσμο, τα οποία αποδεικνύουν πως η συμβολή τού ανθρώπου στη ροή του χρόνου δεν ήταν ακριβώς και η πιο θετική.

Όμως, σίγουρα το στοιχείο της έκπληξης πλέον λείπει. Ο Malick όχι μόνο δεν ξεφεύγει από τα αφηγηματικά κόλπα που εγκλώβισε τον πιο πρόσφατο εαυτό του αλλά και ορισμένες εικόνες μοιάζουν ως extended εκδοχή του "Tree of Life", σαφώς περισσότερο προσεγμένες αλλά χωρίς να πηγαίνουν την δημιουργική του αναζήτηση ένα βήμα μπροστά. Δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι είναι ο καλύτερος σε αυτό που κάνει, όμως αυτό που κάνει, από την στιγμή που δεν ανανεώνεται, αφορά όλο και λιγότερο κόσμο. Μπορεί να περάσει ώρες κανείς εξερευνώντας ξανά και ξανά τα όντα που παρουσιάζουν τα εξαιρετικά οπτικά εφέ ή τα απρόσμενα πλάνα της φύσης (η λάβα που βγαίνει μέσα από την θάλασσα, η υποθαλάσσια παρακολούθηση μιας επίθεσης γλάρων από τον ουρανό), όμως ο θαυμασμός έχει ένα όριο καθώς όλα λίγο πολύ είναι αυτά που περιμέναμε από αυτό το project του Malick, αλλά ελπίζαμε να μας δοθεί το κάτι παραπάνω.

Μέσα σε όλο αυτό το θέαμα, το – και πάλι ιδιαίτερα μαζεμένο για τα δεδομένα του Malick – voice-over θα μπορούσε κάλλιστα να λείπει, καθώς προκύπτει προφανώς "εύκολο" ή τουλάχιστον όχι στο επίπεδο που βρίσκονται οι αποτελεσματικότατες σεκάνς της δημιουργίας και του κόσμου (στη Βενετία προβλήθηκε η κινηματογραφική εκδοχή του project με την αφήγηση της Cate Blanchett, ενώ στα IMAX θα προβληθεί η σαραντάλεπτη version με την αφήγηση του Brad Pitt. Ναι, σαφώς και η ύπαρξη voice-over είναι γραμμένη στο DNA του Malick, όμως εδώ οι λέξεις αποδεικνύονται λίγες και μάλλον αναγκαστικά τοποθετημένες πάνω από τα καθηλωτικά κατά στιγμές πλάνα. Ο Malick παραμένει ένας πραγματικός μάστορας της εικόνας. Και εδώ ευτυχώς του δίνεται η δυνατότητα να μας το θυμίσει αυτό χωρίς άλλες αφηγηματικές περιστροφές. Χρειάζεται όμως να βρει ξανά την ψυχή του. (3*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...