Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

#tiff56 Review: Aferim! του Radu Jude

Το "Aferim!" είναι σίγουρα μια πρωτόγνωρη κινηματογραφική εμπειρία. Τοποθετημένο στην Βαλαχία του 1835 όπου συνυπάρχουν Ρουμάνοι χωροφύλακες, Έλληνες έμποροι, Σοβιετικοί κατακτητές και πλήθος λαών σε συνεχείς αναμεταξύ τους πολιτιστικές αντιπαραθέσεις, φωτογραφημένο σε έντονη ασπρόμαυρη φωτογραφία που δείχνει να καταφέρνει να αντισταθμίσει την έλλειψη χρώματος με άπειρες σκιές και διαβαθμίσεις του ασπρόμαυρου και χρησιμοποιώντας μιας γλώσσα βγαλμένη από τα λεξικά εγχειρίδια της εποχής (το σενάριο βασίζεται σε μερικά από τα κείμενα που διασώζονται από τότε), αποτελεί ένα φιλμ που δείχνει να πατάει γερά στο παρελθόν όσο η ματιά του παραμένει εξαιρετικά οξυδερκής και σύγχρονη. Εξάλλου, αν κάποιος αγνοήσει το φολκλορικό ιστορικό στοιχείο, θα διαπιστώσει ότι το "Aferim!" χαρακτηρίζεται από τις μόνιμες ανησυχίες του σύγχρονου ρουμάνικου κινηματογράφου: το (όχι πάντα προφανές) παιχνίδι της εξουσίας και της υποταγής, την μόνιμη υποψία για τις πραγματικές προθέσεις των συμπολιτών και την μόνιμα κριτική ματιά στα κακώς κείμενα της κοινωνίας με έξτρα δόσεις ειρωνείας και μαύρου χιούμορ.


Αυτό βέβαια δεν αναιρεί το γεγονός ότι το φιλμ είναι ουσιαστικά ένα βαλκανικό western ή ένα road movie εποχής, σε μια εποχή όπου τα πράγματα είναι τόσο διαφορετικά αλλά και τόσο ίδια με το σήμερα. Η πορεία ενός χωροφύλακα και του γιου του προς ανάκτηση ενός τσιγγάνου σκλάβου που το έσκασε από το πλούσιο αφεντικό ("μπογιάρο") του και η επιστροφή τους και πάλι στην αφετηρία δίνει την ευκαιρία στον Jude να ρίξει μια λεπτομερή ματιά στις ιδιαιτερότητες της εποχής, να περιπλανηθεί στα Βαλκανικά τοπία (που δεν διαφέρουν και πολύ από αυτά της Βορείου Ελλάδας), να εξερευνήσει τις δυναμικές ανάμεσα στις διαφορετικές φυλές που συνυπήρχαν στην περιοχή (αν οι κάτοικοι δεν μιλούσαν ρουμάνικα, οι σκηνές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ένα ελληνικό φιλμ που εξιστορεί την εποχή λίγο μετά την επανάσταση του 1821) και να γελάσει με τις στερεοτυπικές αντιλήψεις που διαμόρφωσαν ουσιαστικά την λαογραφία του τόπου.

Ειδικά μία σκηνή στην οποία ο λεκτικός χείμαρρος ενός ορθόδοξου παπά καταλήγει σε ένα μισαλλόδοξο κήρυγμα για τα κακά όλων των λαών ("δεν φταίνε αυτοί, ο Θεός τους έκανε έτσι") είναι τόσο αστείος στην υπερβολή του αλλά και τόσο καίριος στο περιεχόμενό του, αποδεικνύοντας ότι μερικά πράγματα εξακολουθούν να ισχύουν σχεδόν 200 χρόνια μετά όσο κι αν οι κοινωνία θεωρητικά προχωράει. Ενδιαφέρον έχουν επίσης τα μαθήματα ζωής που δίνει ο πατέρας Κοσταντίν στον γιο του, Ιονίτ, ψήγματα "σοφίας" που βοηθούν στην εύκολη κατηγοριοποίηση και την αυτόματη λήψη αποφάσεων μακριά από προβληματισμούς και δεύτερες σκάψεις, όσες ενστάσεις κι αν εκφράζει (δίκαια) ο νεαρός άντρας. Και πέρα από αυτό, όμως, ακόμα και αυτές οι σοφίες αποτελούν λεπτομέρειες για τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ικανές να ποδοπατηθούν από την δύναμη του χρήματος και την εξουσία που αυτό προσδίδει, κάτι που θα συνειδητοποιήσουν με σοκ πατέρας και γιος όταν επιστρέψουν στον πλούσιο αφέντη που τους έδωσε την αρχική εντολή (τα "αγάπη μου" και "ψυχή μου" ακούγονται συχνά, όμως το περιεχόμενο των λέξεων μοιάζει να έχει χαθεί προ πολλού).

Στην διαρκή του ανάγκη να προχωρά προς τα μπροστά την αφήγησή του, το φιλμ αναγκαστικά προσφεύγει σε περισσότερο και λιγότερο επιτυχημένα επεισόδια. Παρόλα αυτά, μέσα στην διάρκειά του καταφέρνει να ασχοληθεί με τις ιστορικές ρίζες της σκλαβιάς στα Βαλκάνια, να αγγίξει το θέμα της παιδικής εμπορίας, να κοιτάξει κριτικά τον (έντονο, ειδικά στην Ρουμανία) ρατσισμό ενάντια στους τσιγγάνους και να ψάξει στο παρελθόν τα πιο ανθεκτικά στοιχεία της κοινωνίας της χώρας του. Με αυτό τον τρόπο, ο Jude καταφέρνει να δημιουργήσει τελικά μια κατεξοχήν πολιτική ταινία, απόλυτα συνειδητοποιημένη μέσα στο εντυπωσιακό της κάλυμμα. Το δε σοκαριστικό φινάλε αντιτάσσεται με επιτυχία στην ανάλαφρη προσέγγιση της αρχής, αναγνωρίζοντας ότι ο ο μισογυνισμός, η φεουδαρχία και ο μηδενισμός της εξουσίας απλά εξελίσσονται από γενιά σε γενιά. "Δεν μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο, όσο σκληρά κι αν προσπαθήσεις" παραδέχεται κάποια στιγμή ο Κονσταντίν (του ιδανικά ταιριαστού Teodor Corban). Η ιστορία μόλις άρχισε να δείχνει το πραγματικό της πρόσωπο. (3,5*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...