Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Ριβιουπόστ #9/2012: Κλείσιμο χρόνου με Hobbits και Masters.

Λίγο πριν κλείσει ο χρόνος, μαζεύουμε τις εντυπώσεις από τις ταινίες του Δεκέμβρη, γνωρίζοντας ότι στον Γενάρη που έρχεται τα στούντιο θα ρίξουν στις αίθουσες το βαρύ εισπρακτικό πυροβολικό. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο Δεκέμβρης ήταν χωρίς ενδιαφέρον. Από το απόλυτα διχαστικό The Master, που κατάφερε να συζητηθεί περισσότερο και από το περσινό Δέντρο της Ζωής και το εντυπωσιακό στο μάτι Life Of Pi μέχρι την ολοκαίνουρια τρισδιάστατη πατέντα του Hobbit και την χριστουγεννιάτικη απόπειρα της Disney να φιλοδοξεί να ανατρέψει το μέτριο σερί των τελευταίων ταινιών της, ο Δεκέμβριος είχε πολλά να προσφέρει κάθε βδομάδα. Ένα κλικ μακριά βρίσκονται οι εντυπώσεις για τα Master, Life Of Pi, Hobbit: An Unexpected Journey, The Perks of being a wallflower, Wreck-It Ralph, The Angels' Share, Like Someone in love, Teddy Bear, House at the End of the street και Hunter, τις ταινίες που θα ολοκληρώσουν κινηματογραφικά το ημερολογιακό έτος. Και τελικά, δεν ήταν καθόλου κακός μήνας.



The Master (5*/5)
Με το The Master, ο Paul Thomas Anderson καθιερώνεται ως μια από τις σημαντικότερες φωνές του αμερικανικού σινεμά και επιβεβαιώνει όσους έχουν πίστη στην ικανότητά του να δημιουργεί αριστουργηματικές σκηνές, τόσο ως περιεχόμενο και ως θέαμα, που σκαλίζουν το δρόμο τους κάτω από την επιφάνεια και καρφώνονται στο μυαλό του θεατή. Η "Μake them blue. Μake them black" σκηνή κατοχυρώνεται άμεσα στις σκηνές ανθολογίας του κινηματογράφου, όπως και η πρώτη ουσιαστική συνεδρία του Dodd με τον Freddie. Το πεντάλεπτο standing ovation μετά την λήξη της παγκόσμιας πρεμιέρας στην Βενετία μαρτυρά τον ενθουσιασμό του κοινού, γεγονός το οποίο είναι ιδιαίτερα ανακουφιστικό όταν συνοδεύεται και από κριτική αναγνώριση. You did make them black, after all, κύριε Anderson. (Η εκτενής κριτική της ταινίας βρίσκεται εδώ και εδώ.)


Life Of Pi (3*/5)
Οπτικά πανέμορφο και επιτέλους αξιοποιώντας ξανά αποτελεσματικά τις δυνατότητες της 3D τεχνολογίας (τελευταία φορά ήταν το Hugo), το Life Of Pi επιχειρεί να διασκευάσει το "αδύνατο να κινηματογραφηθεί" ομώνυμο βιβλίο του Γιαν Μαρτέλ. Σε αυτό, ο Πι Πατέλ, ύστερα από ένα τραγικό ναυάγιο, καταλήγει μοναδικός επιζών στην μέση του ωκεανού, με μοναδική συντροφιά στην βάρκα του τον Ρίτασρντ Πάρκερ. Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: ο Ρίτσαρντ Πάρκερ είναι τίγρη. Το πώς θα καταφέρει να επιβιώσει είναι μια ιστορία που θα έκανε τον καθένα να αναθερμάνει την σχέση του με τον Θεό, ή τουλάχιστον αυτό υπόσχεται τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία.

Η αλήθεια είναι ότι ο Ανγκ Λι κάνει τα πάντα για να διατηρήσει το ενδιαφέρον. Η ομορφιά των εικόνων ξεχειλίζει από το κάδρο (το οποίο πολλές φορές αλλάζει αναλογία για να τονίσει ορισμένες περιοχές του) και η αποτύπωση του απέραντου ωκεανού και των κινδύνων του είναι εντυπωσιακή. Σαφέστατα, ανάμεσα σε όλα βρίσκεται η ίδια η ιδέα της πίστης. Πίστη στον εαυτό, στις ανώτερες δυνάμεις, στον Θεό τον ίδιο. Για την ακρίβεια, η βάση της ιστορίας είναι η ίδια η πίστη και ο τρόπος που μεταβάλει τις ζωές των ανθρώπων.

Δυστυχώς, όμως, από ένα σημείο και μετά, η εμμονή αυτή αρχίζει και γίνεται ενοχλητική. Όχι λόγω της φύσης της, αλλά λόγω της επιλογής να αποτυπώνεται ξεκάθαρα και με απόλυτη σαφήνεια, απλουστευμένα και υπεραναλύοντας κάθε σημείο πιθανής αμφιβολίας. Ειδικά, όσο προχωράμε προς την κορύφωση της ιστορίας, η επεξήγηση γίνεται όλο και πιο λεπτομερής, σαν να απευθύνεται σε κοινό που δεν μπορεί να κάνει ανάγνωση και σε ένα δεύτερο επίπεδο. Ενώ ο Ανγκ Λι φαίνεται ικανός στον χειρισμό των θεματικών, η διαρκής αγωνία για αποσαφήνιση κάθε παραλληλισμού μειώνει το τελικό αποτέλεσμα.

Σίγουρα είναι μια ταινία που θα αγαπήσει το κοινό. Είναι, επίσης, μια ταινία που ευνοεί την επιστροφή του κόσμου στον κινηματογράφο. Αν, όμως, ήταν πιο εγκρατής στην αφήγησή της, θα μπορούσε να διατηρήσει την ποιητικότητα της μέχρι το τέλος.


The Hobbit: An unexpected journey (48 fps) (3*/5)
Ύστερα από νομικές περιπέτειες, προβλήματα υγείας και ανταλλαγές μεταξύ στούντιο, το πολύπαθο Hobbit του Peter Jackson, καταφέρνει να φτάσει επιτέλους στη μεγάλη οθόνη, κουβαλώντας μαζί του τις αναμνήσεις της επιτυχίας μιας ολόκληρης τριλογίας και τις προσδοκίες ενός απαιτητικού και διψασμένου για ανάλογη συνέχεια κοινού. Σύσσωμο το συνεργείο του "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών" επιστρέφει στην Μέση Γη για το παρελθόν της πρωτότυπης ιστορίας, με πιο ανάλαφρη, αλλά ακόμα επική, διάθεση και μία αναβαθμισμένη τρισδιάστατη τεχνολογία που υπόσχεται να κάνει την προβολή πρωτόγνωρα άμεση λόγω της καθαρότητας της εικόνας (τεχνική που στο εξωτερικό συζητήθηκε εκτενώς και προκάλεσε αντιφατικά σχόλια). Άξιζε, λοιπόν, η όλη προσμονή; (Περισσότερα για την ταινία εδώ)


The perks of being a wallflower (3,5*/5)
Το σημαντικότερο πράγμα που μπορεί να κάνει μία ταινία που βασίζεται σε βιβλίο είναι να σε κάνει να θέλεις να διαβάσεις το αρχικό βιβλίο και αυτό είναι κάτι που καταφέρνει το "Perks Of Being a wallflower". Χωρίς να είναι ελλιπές ή να διαφαίνεται κάποια κακοφωνία στην μεταφορά από το χαρτί στην οθόνη, όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους, νιώθεις μια ακαθόριστη επιθυμία να αναζητήσεις την αρχική ιστορία, τις αρχικές περιγραφές και την πλήρη έκταση όλων όσων μόλις παρακολούθησες.

Δεν αποτελεί, λοιπόν, έκπληξη ότι σκηνοθέτης της ταινίας είναι ο Stephen Chbosky, ο συγγραφέας και του βιβλίου. Ο Chbosky γνωρίζει τους χαρακτήρες του, τις αδυναμίες και τα θέλω τους, και μπορεί να τα αποτυπώσει χρησιμοποιώντας τα προτερήματα και τους περιορισμούς κάθε μέσου. Στην ταινία, ένας πρωτοετής του λυκείου αρχίζει να συναναστρέφεται με δύο τελειόφοιτους  που πρόκειται να τον εισάγουν στον πραγματικό κόσμο κάνοντάς τον να ξεφύγει από τα φαντάσματα του παρελθόντος  Πόσο εύκολο όμως είναι να παραμείνουν κλειστές κάποιες πόρτες;

Με μια γλυκιά μελαγχολία να χαρακτηρίζει όλη την ταινία, ο Chbosky εξερευνά την αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, την χρήση των ναρκωτικών, τις ασθένειες του μυαλού και τις πληγές των συναισθηματικών αποτυχιών, όμως, αποφεύγει να κάνει τους ήρωές του μίζερους και χωρίς διεξόδους. Παράλληλα, καταφέρνει να ξεπεράσει τους φραγμούς που ορίζει το είδος της νεανικής κωμωδίας, παρουσιάζοντας κάτι περισσότερο ώριμο και πολλαπλών αναγνώσεων. Υποστηρικτές της προσπάθειάς του, οι τρεις εξαιρετικοί πρωταγωνιστές, με τον Ezra Miller, όμως, να κλέβει την παράσταση δίνοντας μια ισχυρή, εύθραυστη ερμηνεία. Τελικά, παρά την βαριά θεματική του, το "Perks..." παραμένει αισιόδοξο στο φινάλε του, πιστεύοντας στην δύναμη του κάθε ατόμου και τοποθετώντας το "Heroes" του David Bowie ως εναλλακτικό του ύμνο. Αλήθεια, πότε είναι η τελευταία φορά που ξέσπασες τόσο πολύ με κάποιο τραγούδι;
 

Wreck-It Ralph (3,5*/5)
Αν ψάξεις λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια, θα ανακαλύψεις ότι το Wreck-it Ralph της Disney δεν είναι τελικά και όσο πρωτότυπη ιδέα φαίνεται στην αρχή. Αλλά, επίσης, θα διαπιστώσεις ότι αυτό δεν έχει και τόση σημασία τελικά. Αφήνοντας στην άκρη τα παραδοσιακά παιχνίδια του Toy Story, η Disney εισέρχεται στον κόσμο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και των arcade games για να υποστηρίξει ότι και οι κακοί έχουν ψυχή και για να γεμίσει εκπαιδευτικά μηνύματα την γενιά των παιδιών που έχουν γαλουχηθεί με την βία και την ένταση των μοντέρνων παιχνιδιών. Και τα καταφέρνει περίφημα στην αποστολή της.

Ο Ralph είναι ο καταστροφέας της πολυκατοικίας του Μαστροφέλιξ, στο ήδη ηλικίας 30 χρόνων "Fix-it Felix Τζούνιορ". Κάθε μέρα ο Ralph καταστρέφει την πολυκατοικία, ώστε ο Φέλιξ με το μαγικό σφυρί του πατέρα του να την επισκευάσει. Κάθε μέρα ο Φέλιξ καταλήγει με ένα μετάλλιο ανδρείας και ο Ralph με το πρόσωπο μέσα στις λάσπες. Αυτό πρέπει πλέον να αλλάξει. Αποφασισμένος να κατακτήσει ένα μετάλλιο ανδρείας, ο Ralph εισβάλει στο Hero's Duty, ένα σύγχρονο πολεμικό παιχνίδι που επιβραβεύει τον νικητή με ένα χρυσό μετάλλιο. Το ένα φέρνει το άλλο, όμως, και σύντομα ο Ralph θα βρεθεί σε ένα νέο περιβάλλον που θα έρθει σε θανάσιμο κίνδυνο λόγω των ενεργειών του. Ίσως ήρθε η ευκαιρία να αποδείξει στον κόσμο ότι δεν είναι απλά ο κακός του παιχνιδιού.

Με συχνές αναφορές στα κλασικά ηλεκτρονικά παιχνίδια της δεκαετίας του 1980, το Wreck-it Ralph είναι περισσότερο ένα νοσταλγικό ταξίδι στην εφηβεία των τωρινών ενήλικων παρά μία ταινία για τα μικρά παιδιά της εποχής. Παρόλα αυτά, διατηρεί τις ταχύτητες αρκετά υψηλές για να κρατήσει το ενδιαφέρον των μικρών θεατών ενώ γεμίζει την οθόνη στοιχεία που ψυχαγωγούν και τον πιο ενήλικο θεατή. Παράλληλα, γίνεται διδακτικό χωρίς να ενοχλεί και ολοκληρώνει την ιστορία με μια-δυο ανατροπές, που δεν τηλεγραφούνται από νωρίς. Επιτυχία, δηλαδή!

Ειδική μνεία αξίζει το εξαιρετικό, μικρού μήκους "Paperman", που προβάλλεται πριν από την ταινία, και αποτελεί ότι πιο όμορφο έχει κάνει η Disney τα τελευταία χρόνια. Γλυκό, μελαγχολικό και τεχνολογικά άρτιο συνδυάζοντας το παραδοσιακό animation με την ψηφιακή τεχνολογία, αποτελεί ένα (σχεδόν κυριολεκτικό) γράμμα αγάπης προς τις αρχές του animation και γεμίζει ζεστασιά τις καρδιές των θεατών με την απλή αλλά γλυκιά ιστορία του. Στην τελική, πάρτε μαζί σας το φανταστικό ανιψάκι σας και πηγαίνετε στο πλησιέστερο κινηματογράφο για προβολή.

(Η ταινία προβάλλεται μεταγλωττισμένη στα ελληνικά σε 3D και 2D αλλά και στην πρωτότυπη υποτιτλισμένη έκδοση σε περιορισμένο αριθμό αιθουσών, μόνο σε 2D)


The Angel's Share (3,5*/5)
Ken Loach και αισιοδοξία δεν πηγαίνουν ακριβώς χέρι χέρι και όμως, στο Μερίδιο των Αγγέλων, ο Άγγλος Σκηνοθέτης κατάφερε να πλησιάσει όσο περισσότερο γίνεται την αισιόδοξη φύση του. Παρά την εμφανή παρουσία, για άλλη μια φορά, της μιζέριας της βρετανικής εργατιάς και της διαρκούς ενασχόλησής της με τις παράνομες δραστηριότητες, στην ταινία ξεχωρίζει η ελπίδα και η συνειδητοποίηση ότι ο καθένας μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο το μέλλον του, ακόμα κι αν καταφεύγει σε μια-δυο κατακριτέες μεθόδους.

Στην ταινία, τέσσερις Βρετανοί που ασκούν την ποινή τους μετρώντας ώρες κοινωνικής εργασίας αποφασίσουν να ξεφύγουν μια και καλή από την μετριότητα κλέβοντας και στην συνέχεια μεταπωλώντας ένα πανάκριβο σπάνιο ουίσκι. Φυσικά, το σχέδιο δεν εξελίσσεται όπως προγραμματίζεται στην αρχή, όμως, οι τέσσερίς τους είναι αποφασισμένοι να μη γυρίσουν ούτε στο παρελθόν τους αλλά ούτε και στην φυλακή.

O Ken Loach χειρίζεται άκοπα το θέμα του και πλησιάζει με στοργή τους πρωταγωνιστές τους, παρά τα ελαττώματά τους. Όσο κι αν ο όρος χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον αυτή τη σεζόν, το Angles' Share αποτελεί όντως μία feelgood ταινία, αισιόδοξη και χωρίς να κατακρίνει κανέναν. Όπως επισημαίνει και ο Peter Bradshaw της Guardian, "ο Ρόμπι και οι φίλοι του μπορεί να μην είναι άγγελοι, όμως η ταινία καταφέρνει να τους δώσει κάτι που η πραγματική ζωή ούτε μπορεί ούτε πρόκειται: μια ευκαιρία."


Like Someone In Love (3,5*/5)
Λιτό και πολύ απλό στην κατασκευή του, το Like Someone In Love κυριαρχείται από μία ανεπαίσθητη μελαγχολία, σαν την μελωδία που κοσμεί με την φωνή της η Ella Fitzgerald. Γυρισμένο από τον Abbas Kiarostami σε περιτύλιγμα γιαπωνέζικης ταινίας, το φιλμ είναι μια διακριτική παρατήρηση στις ανθρώπινες σχέσεις και τις μικρές ή μεγάλες απώλειες του παρελθόντος που τις σημαδεύουν και τις εναλλαγές των ρόλων σε αυτές. Με ρυθμούς αργούς αλλά με μια ακαταμάχητη γοητεία να εκπέμπεται από παντού, το Like Someone in love μπορεί να μην έχει πολλά να εξιστορήσει όμως ό,τι αφηγείται είναι απόλυτα άμεσο, ειλικρινές και γλυκό. (Η πλήρης κριτική της ταινίας από το 53ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης βρίσκεται εδώ.)


Teddy Bear (3*/5)
Ντροπαλός 38-χρονος επαγγελματίας body builder πασχίζει να βρει την αγάπη και να ξεφύγει από την ασφυχτική πίεση της μητέρας του. Όταν ο ανύπαντρος θείος του επιστρέψει στην Δανία από την Ταϊλάνδη ενθουσιασμένος και… παντρεμένος, ο Ντένις (o καταπληκτικός Κιμ Κολντ, επαγγελματίας body builder και στην πραγματικότητα) θα συνειδητοποιήσει ότι ίσως αυτή είναι η διέξοδός του, αρκεί να μην πει στην μαμά τι σχεδιάζει. 

Ο Mads Matthiesen με το «Teddy Bear», την πρώτη του μεγάλου μήκους σκηνοθετική δουλειά (επεκτείνοντας το δικό του μικρού μήκους «Dennis» του 2007) διαμορφώνει την δομή της ταινίας του όπως την προσωπικότητα του Ντένις. Αυστηρά σκανδιναβικό, χωρίς εξάρσεις συναισθηματισμού αλλά με μεγάλη τρυφερότητα στην βάση της ιστορίας του, το «Teddy Bear» αποτελεί ουσιαστικά την ιστορία ενηλικίωσης ενός ανθρώπου στα 38. Με δόσεις υπόγειου χιούμορ που κατά στιγμές οδηγεί απρόσμενα σε ξεσπάσματα γέλιου, το «Teddy Bear» ξέρει να χειρίζεται τα συναισθήματα, χωρίς όμως να γίνεται προφανές ή καθοδηγητικό. Ο Matthiesen   επίσης, αποφεύγει να κρίνει ή να καταδικάσει τους χαρακτήρες του. Η αποτύπωσή του είναι ειλικρινής και αποστασιοποιημένη, αφήνοντας τους ήρωες να απολογηθούν ή να αιτιολογήσουν τις πράξεις τους, είτε εκθέτοντας τους ίδιους τους τους εαυτούς είτε κερδίζοντας πόντους συμπάθειας. Σε αυτό, φυσικά, βοηθά η προσεκτική επιλογή των φυσιογνωμιών, που δεν ξεφεύγει από τον μέσο όρο της διπλανής πόρτας και προσδίδει μια καλοδεχούμενη αληθοφάνεια στην αφήγηση, τονίζοντας την αντίθεση του Ντένις με το περιβάλλον. 

Στην βάση του, βέβαια, το «Teddy Bear» παραμένει μία ταινία που, λίγο ή πολύ, ως θεματική παραμένει σε γνώριμους τόπους. Οι εξελίξεις δεν προκαλούν την έκπληξη και ο ικανός χειρισμός των καταστάσεων δεν μπορεί να κρύψει πάντα την επανάληψη κάποιων ιδεών. Παρόλα αυτά, δεν κουράζει στην διάρκειά του και σίγουρα αποτελεί σοβαρό δείγμα του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, που δεν επιθυμεί και δε χρειάζεται να πάρει τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. (Οι πρώτες εντυπώσεις για την ταινία από τις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας βρίσκονται εδώ.)


House At The End Of The Street (1*/5)
Κάθε φορά που μία ταινία βρίσκεται στο συρτάρι κάποιας εταιρίας για χρόνια περιμένοντας την κυκλοφορία της, δημιουργείται μία αίσθηση παγωμάρας στο κοινό, που δεν καταλαβαίνει αν πρέπει να περιμένει μία μπαλαφάρα ή απλά μία ταινία που απλά δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί η εταιρία της (γκουχ cabin in the woods γκουχ). Δυστυχώς, το HATES (ναι, το House At The End of Street) ανήκει στην πρώτη κατηγορία και αποτελεί την ταινία που οι παραγωγοί ντρέπονταν να δείξουν στο κοινό, εκτός και αν εμφανιζόταν οι κατάλληλες συνθήκες, ας πούμε δηλαδή, όπως τώρα. Με μόνο λόγο ύπαρξης την εξαργύρωση της φήμης της Jennifer Lawrence (που γύρισε την ταινία πριν την επιτυχία του Hunger Games ή της Οσκαρικής της υποψηφιότητας με το Winter's Bone), η ταινία αποτελεί μία αρπαχτή μεγατόνων, που όχι μόνο δεν έχει την πλάκα μιας εν δυνάμει cult ταινίας αλλά είναι και επίπονα προβλέψιμη στην εξέλιξή της.

Σε αυτήν, μητέρα και κόρη μετακομίζουν σε πανέμορφη αλλά, κλασικά, με ύποπτο παρελθόν γειτονιά, όπου όλα μοιάζουν ειδυλλιακά μέχρι να εμφανιστεί ο γλυκούλης αλλά μυστηριώδης γείτονας. Φυσικά, η ταινία έχει ανατροπή έκπληξη, που όμως περισσότερο προκαλεί το γέλιο παρά την έκπληξη. Για να μην μακρηγορούμε περισσότερο από όσο αρμόζει στην ταινία, το δυνατότερο στοιχείο του φιλμ φαίνεται στο παραπάνω banner και όχι, δεν είναι τα μάτια της Jennifer. Γενικότερα, η ταινία θα μπορούσε να ήταν fun stuff αλλά η απουσίας εγκεφαλικής δραστηριότητας καταστρέφει ακόμα και την διάθεση κανιβαλισμού και προκαλεί ακόμα και καλοπροαίρετους ανθρώπους να γράφουν κακίες εν μέσω γιορτών. Ε, όχι.


The Hunter (3*/5)

Ο Willem Dafoe υποδύεται τον άνδρα που όταν καταφτάνει στην Αυστραλία συστήνεται ως Μάρτιν Ντέιβιντ, απεσταλμένος πανεπιστημίου, για να μελετήσει το πιο γνωστό ζώο της περιοχής, τον διάβολο της Τασμανίας. Η πραγματικότητα, όμως, είναι αρκετά διαφορετική. Ο Ντέιβιντ (αν είναι αυτό το πραγματικό του όνομα) είναι ουσιαστικά μισθοφόρος με άγνωστο παρελθόν, τον οποίο έχει προσλάβει μία εταιρεία βιοτεχνολογικών προϊόντων με στόχο να φέρει αποδείξεις και στοιχεία για την ύπαρξη του περίφημου τίγρη. Οι επίσημες αναφορές λένε ότι το ζώο έχει εκλείψει εδώ και δεκαετίες, όμως, τα στόματα των ντόπιων μαρτυρούν ιστορίες για τα τελευταία επιζήσαντα άτομα του είδους που τριγυρίζουν στα άγρια τοπία της περιοχής.

Εκεί ο Ντέιβιντ δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τις αντιξοότητες της φύσης αλλά και τους ίδιους τους ντόπιους, που φαίνεται να κατέχουν τα πρωτεία ως αφιλόξενοι. Βρίσκει κατάλυμα στο σπίτι ενός άλλου ερευνητή του πανεπιστημίου, ο οποίος αγνοείται εδώ και κάποιες εβδομάδες, αφήνοντας πίσω του δύο παιδιά και μια γυναίκα σε ημικωματώδη κατάσταση, που δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλεια. Ο Ντέιβιντ θα έρθει πιο κοντά από όσο (μάλλον) επιθυμεί με την οικογένεια, και σταδιακά θα αρχίσει να αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο την επιρροή της φύσης στην αποστολή του, καθώς το φυσικό τοπίο θα αρχίσει να γίνεται βασικός παράγοντας της μεταστροφής του.

Μέσα στην αυστηρότητα και την αγριότητα του περιβάλλοντος, δεν αποτελεί έκπληξη που ο Dafoe ταιριάζει τόσο ιδανικά στο σύνολο. Στο Hunter, σταδιακά ο χαρακτήρας του αρχίζει να αποκτά κι άλλες πτυχές, πέρα από την αρχική αποστασιοποίηση προς τα δρώμενα, και ο ηθοποιός καταφέρνει να μεταδώσει κάθε λεπτή μεταστροφή με μαεστρία. Είναι, λοιπόν, απογοητευτικό που η ίδια η ταινία, καθώς βαδίζει προς την τρίτη πράξη της, χάνει το ρυθμό, οδηγεί άτσαλα τις εξελίξεις και απομακρύνεται από τα δυνατά στοιχεία της (το φυσικό περιβάλλον και τον πρωταγωνιστή). Ειδικά η βιαστική λύση της ιστορίας χαρακτηρίζεται από μια απότομη αλλαγή ύφους που ξενίζει. Ευτυχώς, η ταινία ολοκληρώνεται πριν καταστρέψει όλες τις αρχικές θετικές εντυπώσεις, με κυριότερο ευνοημένο της κατάστασης τον ίδιο τον Dafoe, που μετατρέπει το ιδιότυπο αυτό θρίλερ σε μια ιστορία εσωτερικής αναζήτησης. Αν μόνο είχε και καλύτερη υποστήριξη μέχρι το τέλος…

Δες και τα υπόλοιπα μαζικά ριβιουπόστ της χρονιάς (για όσες ταινίες δεν έλαβαν ξεχωριστή μεταχείριση)

Ριβιουπόστ #7/2012: Ο Killer Joe, ο Καίσαρας, ο ParaNorman και άλλες death oriented καταστάσεις.
Ριβιουπόστ #8/2012: O Καράξ, ο Χάνεκε, ο Βίντερμπεργκ και τα υπόλοιπα παιδιά από το φεστιβάλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...