Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Ριβιουπόστ #4/2012: Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος και οι επανεκδόσεις (Ναι, ένα ακόμη ποστ λατρείας για το Cabin In the Woods).

Και μόνο η προβολή ενός Cabin in the woods αρκεί για να φτιάξει έναν κινηματογραφικό μήνα, πόσο μάλλον όταν σε λιγότερο από δύο βδομάδες ο ίδιος mastermind θα παρουσιάσει την κορωνίδα όλων των υπερ-ηρωικών ταινιών, τους Εκδικητές (ή Avengers, αν δεν εκτιμάς την αναφορά στα αγαπημένες μεταφράσεις της Μαμούθ από τα 80ς.) Παράλληλα, παρόλο που το καλοκαίρι είναι η εποχή που μας συνηθίζει σε τέτοιες τακτικές, τις τελευταίες εβδομάδες δύο ιστορικές ταινίες από την Αμερική και μια από τις πιο ξεχωριστές ελληνικές ταινίες της ιστορίας, επέστρεψαν στην μεγάλη οθόνη, δίνοντας την ευκαιρία στην πλειοψηφία των ανθρώπων να τις απολαύσουν με τον τρόπο που τους αξίζει. Αυτό είναι ένα ποστ για το Μικρό Σπίτι στο Δάσος, την Πεντάμορφη και το τέρας, τον Τιτανικό, την Κάλπικη Λίρα και κάποιες άλλες ταινίες που τόλμησαν να εμφανιστούν στο ενδιάμεσο.


The Cabin In The Woods (Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος) (4*/5)
Είναι πραγματικά Πασχαλινό θαύμα που ύστερα από δύο χρόνια περιπετειών, το πνευματικό παιδί του Joss Whedon και του Drew Goddard καταφέρνει να φτάσει στην μεγάλη οθόνη και να διαψεύσει οποιεσδήποτε κακές γλώσσες έλεγαν ότι η ποιότητά του (ή η έλλειψή της) ήταν η αιτία αυτής της καθυστέρησης (light spoilers ahead). Ισορροπώντας ριψοκίνδυνα ανάμεσα στο έξυπνο και στο εξυπνακίστικο αλλά έχοντας απόλυτα επίγνωση του υλικού του και των προθέσεών του ανά πάσα στιγμή, καταφέρνει να ακολουθήσει κατά γράμμα όλους τους κανόνες των ταινιών τρόμου του είδους, να παίξει με τα κλισέ και τις αναμενόμενες εξελίξεις, όχι απαραίτητα για να τα διακωμωδήσει όλα και να τα γυρίσει ανάποδα, αλλά για να τα εντάξει σε ένα meta πλαίσιο εν έτει 2012, όπου τους δίνει ουσία ύπαρξης και νόημα, ξεπερνώντας με άνεση οποιεσδήποτε συγκρίσεις με αυτό που επιχείρησε (αναμφισβήτητα) επιτυχώς το πρώτο Scream την δεκαετία του 90. Ουφ, τελεία.

Πέντε φίλοι αποφασίζουν να περάσουν ένα σαββατοκύριακο σε ένα απομονωμένο σπίτι δίπλα στην λίμνη, χωρίς κανένας από αυτούς να έχει δει κάποιο Evil dead, ένα Friday the 13th, ένα Texas Chainsaw Massacre ή έστω κάποια βιντεοκασέτα από ένα ξεφτισμένο θρίλερ της δεκαετίας του 70. Ο αθληταράς Curt (Chris Hemsworth), η λίγο-πολύ ξανθιά χαζογκόμενά του Jules (Anna Hutchison), ο γενικά ευγενής και μορφωμένος Holden (Jesse Williams), ο ψυχάκιας που μάλλον λέει την αλήθεια Marty (Fran Kranz) και, φυσικά, η παρθένα (;) της παρέας Dana (Kristen Connolly) αποτελούν τα πιθανά θύματα της άγνωστης απειλής που βασιλεύει στο Μικρό Σπίτι στο Δάσος. Φυσικά, το σπίτι κρύβει ένα θανάσιμο μυστικό, φυσικά και αυτό το σαββατοκύριακο είναι πιθανόν το τελευταίο σαββατοκύριακο για κάποιους από την παρέα, φυσικά και υπάρχουν συγκεκριμένα κλισέ που θα κάνουν κι εδώ την εμφάνισή τους αλλά σε καμία περίπτωση μην νομίζεις πώς ξέρεις τι αφορά αυτή η ιστορία, ακόμα κι αν θεωρείς ότι έχει φάει spoiler βλέποντας το Trailer της ταινίας.

Γιατί ο Whedon και ο Goddard δεν προσπαθούν απλά να παρωδήσουν τα κλισέ του genre όπως έκαναν ο Kevin Williamson και ο Was Craven με τα Scream, αλλά να τα εντάξουν σε κάποιο γενικότερο πλαίσιο όπου αυτοί οι κανόνες ΠΡΕΠΕΙ να ακολουθηθούν. Εδώ δεν υπάρχει κάποιος που ξέρει τους κανόνες, δεν υπάρχουν άξονες που οι ήρωες προσπαθούν να ακολουθήσουν αλλά μια εξωτερική δύναμη που φαίνεται να επιβάλλει όλα όσα εμείς ξέρουμε για τις ταινίες τρόμου. Το Μικρό Σπίτι του τίτλου είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου και αυτό που κρύβεται στον πυρήνα της ιστορίας είναι ένα μυστήριο που κορυφώνεται στην τρίτη πράξη της ταινίας, που περιέχει μάλλον συμπυκνωμένη σε λίγα λεπτά τόση πληροφορία και μυθολογία που προκαλεί τον θαυμασμό και τις αισθήσεις, προσφέροντας τουλάχιστον δύο σκηνές ανθολογίας, μία που περιέχει ένα ασανσέρ και μία που περιέχει πολύ... αίμα. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Whedon εφαρμόζει στους ήρωές του μια προσέγγιση αλλά Haneke στα Funny Games, κλείνοντας το μάτι στον θεατή, μην αφήνοντάς τον όμως να μπορεί να καταλάβει πού θα καταλήξει η ιστορία μέχρι το τέλος. Δεν είναι μια καθαρόαιμη ταινία τρόμου, διάολε δεν είναι καν τρομακτική τις περισσότερες φορές αλλά περισσότερο αγωνιώδης, είναι όμως μια ταινία που προσπαθεί να σπάσει τα όρια και τελικά τα καταφέρνει, μέσα στην (εγγενή, έτσι κι αλλιώς λόγω θεματολογίας) υπερβολή της και με την άριστη χρήση του μαύρου χιούμορ της. In Whedon we trust, αναστεναγμός για την πάντα αγαπημένη Amy Acker και απόλυτος σεβασμός για τον/την uncredited ηθοποιό που εμφανίζεται προς το τέλος και αποτελεί πάντα σύμβολο. Ακόμα εδώ είσαι;


50/50 (3*/5)
Ιδιαίτερη περίπτωση ταινίας που φαίνεται να έρχεται ξεχασμένη στις αρχές Απριλίου στην χώρα μας (η αμερικάνικη πρεμιέρα έγινε τον... Σεπτέμβριο) αλλά με αρκετά θετικό buzz, κυρίως λόγω των downloads που τελικά κατάφεραν να την φέρουν στην γραμμή της επικαιρότητας, το 50/50 αποτελεί μια πολύ τίμια προσπάθεια που καταφέρνει γενικά να ξεπεράσει τα μελό κλισέ και να σταθεί αξιοπρεπώς απέναντι στο κοινό του. Ο 27-χρονος Adam (Joseph Gordon-Levitt) διαγιγνώσκεται με καρκίνο και αποφασίζει να αντιμετωπίσει γενναία την πρόκληση, τόσο με τη βοήθεια του κολλητού του Kyle (Seth Rogen) όσο και μιας αρχάριας ψυχολόγου, της Katherine (Anna Kendrick). Αυτή φυσικά δε θα είναι μια εύκολη διαδρομή, δε θα είναι όμως κι ένα αβάσταχτο δράμα, καθώς ο σκηνοθέτης Jonathan Levine δεν αφήνει το ειδικό βάρος του θέματος να σύρει το κοινό στα κατάβαθα του δράματος, καθώς προσθέτει εμβόλιμα κωμικές σκηνές που καταφέρνουν να δώσουν έναν αέρα ανανέωσης σε ένα τετριμμένο θέμα. Σύμμαχους στην προσπάθεια αυτή έχει τις ικανές ερμηνείες των πρωταγωνιστών του, οι οποίοι τον βγάζουν ασπροπρόσωπο καθώς καταφέρνουν να δημιουργήσουν χαρακτήρες που σίγουρα δεν είναι τέλειοι, αλλά παραμένουν αληθινοί και καθημερινοί, παρ' όλη την δραματικότητα της κατάστασης. Οι Anjelica Huston στο ρόλο της υπερπροστατευτικής μητέρας του Adam και η Bryce Dallas Howard στο ρόλο της φοβισμένης απέναντι στις ευθύνες πρώην του συμπληρώνουν το εξαιρετικά συμπαθές καστ.


Beauty and the Beast (Η Πεντάμορφη και Το Τέρας, 1991) (5*/5)
Μπορεί το 1989 η Μικρή Γοργόνα να ήταν η ταινία που έδειξε ότι η Disney ήταν έτοιμη να επιστρέψει στη φόρμα του παρελθόντος της, όμως η “Πεντάμορφη και το Τέρας” του 1991 ήταν το έργο που κατάφερε να γράψει κινηματογραφική ιστορία. Η προσαρμογή του γαλλικού παραμυθιού του 18ου αιώνα οδήγησε σε μια ταινία ολοκληρωμένη, καλογραμμένη, με οργανικές εξελίξεις και πολυδιάστατους χαρακτήρες που έτυχε μαζικής καλλιτεχνικής αναγνώρισης και προσγειώθηκε μέχρι την πεντάδα των υποψήφιων ταινιών για Όσκαρ της χρονιάς. Φέτος, η “Πεντάμορφη και το Τέρας” επιστρέφουν στις αίθουσες σε καινούριες επεξεργασμένες τρισδιάστατες κόπιες, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν το τεστ του χρόνου και να έρθουν αντιμέτωποι με ένα καινούριο κοινό, με στόχο την απόδειξη της διαχρονικότητάς τους. Το 3D μπορεί να μην προσφέρει ουσιαστικά τίποτα, αλλά και μόνο ως αφορμή για επανακυκλοφορία στους κινηματογράφους, προσωπικά μου αρκεί.

Η Belle είναι μια κοπέλα που μεγαλώνει σε μια επαρχιακή γαλλική πόλη, ασφυκτιώντας από την βαρετή πραγματικότητα γύρω της. Πνεύμα ατίθασο και επαναστατικό, ονειρεύεται να φύγει μακριά με στόχο να δει με τα μάτια της όλες τις εντυπωσιακές εικόνες που της μεταφέρουν τα αναρίθμητα βιβλία που καθημερινά καταβροχθίζει. Όταν όμως ο πατέρας αιχμαλωτίζεται από “ένα μοχθηρό τέρας”, η Belle προσφέρεται να πάρει την θέση του, πρόθυμη να παραμείνει φυλακισμένη στο κάστρο του ανταλλάσσοντας την ελευθερία της για αυτή του πατέρα της. Το τέρας, φυσικά, ζει το δικό του προσωπικό δράμα, και ο πύργος είναι μαγεμένος, και όλα τα μάγια θα λυθούν αν και όταν… ε, μην περιμένεις να σου πω και όλη την ιστορία (λες, και δεν την ξέρεις).

Αυτό που ανεβάζει την Πεντάμορφη και το Τέρας αμέτρητα επίπεδα πάνω από τον μέσο όρο του είδους είναι η πολυπλοκότητα των χαρακτήρων. H Belle δεν είναι η κλασσική πριγκίπισσα της Disney που ονειρεύεται την βέλτιστη αποκατάσταση, το Τέρας δεν είναι καν ο πρίγκιπας του παραμυθιού, τυπικός κακός στην ταινία δεν υπάρχει και όλο το υποστηρικτικό cast είναι προσεγμένο μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια. Τόσο ο Lumiere (ή αλλιώς Μεσιέ Φουφού) όσο και ο Cogsworth ή η Mrs. Potts (Τικιτάκας και Μαντάμ Τσαγιερό αντίστοιχα) λάμπουν στην οθόνη και έχουν τις στιγμές που η ιστορία βασίζεται πάνω τους και όχι απλά για την διαδικαστική μετάβαση από την μια σκηνή στην άλλη ή το comic relief του θέματος. Τα πάντα στην ταινία εξελίσσονται ομαλά, από την οργανική μετάβαση της σχέσης Πεντάμορφης-Τέρατος από τον τρόμο και το μίσος σε κάτι… άλλο, μέχρι τις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας σε οτιδήποτε φαίνεται να διαταράσσει την βολή της. Η δουλειά των Gary Trousdaleκαι Kirk Wise είναι υποδειγματική σε όλα, από τα πολλαπλά layers των εικόνων (εικονική η σκηνή του χορού, η εισαγωγή στον κόσμο της Belle, η παράσταση των κουζινικών, ας με σταματήσει κάποιος) μέχρι τις εκφράσεις των χαρακτήρων ΚΑΘΕ στιγμή.

Έργο ζωής και η μουσική επένδυση των Alan Menken και Howard Ashman, ειδικά για τον τελευταίο που πέθανε από AIDS λίγο μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής των στίχων των τραγουδιών της ταινίας. Σε τελική ανάλυση, είκοσι χρόνια μετά, “η Πεντάμορφη και το Τέρας” αναπνέει ακόμα φρεσκάδα και δεν αποτελεί τίποτα λιγότερο από ένα πραγματικό αριστούργημα.


Wrath Of The Titans (Η Οργή των Τιτάνων) (2*/5)
Ο Sam Worthington επιστρέφει στην μίνι χλαμύδα, αφήνει μπούκλα το μαλλί και βουτάει στη σκόνη και την λάβα του “Wrath Of The Titans”, το οποίο αποτελεί μία σημαντικότατη βελτίωση στο προηγούμενο “Clash Of The Titans”, χωρίς όμως να σημαίνει ότι η ταινία είναι ακόμα καλή. Δέκα χρόνια έχουν περάσει από τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, ο Περσέας έχει αποφασίσει να εγκαταλείψει τα ηρωικά και να παίξει τον καλό ψαρά/μπαμπά στον γιο του, όμως οι μηχανορραφίες του Άρη και του Άδη αναγκάζουν τον Δία να ζητήσει και πάλι την βοήθειά του ώστε να αποτρέψουν το ξύπνημα του Κρόνου, που πέρα από την μυθολογία, αλλά και την αστρολογία, όλοι ξέρουμε πως αυτό μόνο κακά μαντάτα προμηνύει. Σεναριακός αχταρμάς και επαναπροσδιορισμός της ελληνικής μυθολογίας (με την κακή έννοια) συνοδεύουν τα ομολογουμένως πιο ενδιαφέροντα από την πρώτη ταινία τέρατα κι ένα σαφώς πιο προσεγμένο 3D converting, όμως το τελικό αποτέλεσμα παραμένει αδιάφορο αλλά τουλάχιστον όχι οδυνηρό


Intouchables (Οι Άθικτοι) (3*/5)
Την στιγμή που ο παγκόσμιος κινηματογράφος παραληρούσε με κάποιον “Artist” στη Γαλλία, μία ταινία για την σχέση μεταξύ ενός παραπληγικού και του απροσδόκητου νοσοκόμου του, κατέληγε να γίνει η δεύτερη πιο επιτυχημένη ταινία στα γαλλικά χρονικά. Κάνοντάς τα όλα σύμφωνα με τους κανόνες αλλά χωρίς κανένα λάθος, “οι Άθικτοικέρδισαν την καρδιά του γαλλικού κοινού, εννιά υποψηφιότητες στα Σεζάρ και χάρισαν στον Driss του Omar Sy το βραβείο Α’ αντρικού ρόλου, αφήνοντας τον Jean Dujardin μόνο με την αγάπη του Uggie και το σύνηθες τρομακτικό χαμόγελό του.

Ο Philippe είναι ένας πλούσιος, χαμογελαστός άνθρωπος με αγάπη προς την τέχνη και την κλασσική μουσική, τον οποίο ένα ατύχημα με το παραπέντε πριν κάποια χρόνια τον άφησε παραπληγικό από τον λαιμό και κάτω. Όταν, απροσδόκητα, ο Driss, ένας αυθάδης γάλλος Σενεγαλέζικης καταγωγής. πάρει την δουλειά ως καθημερινός φροντιστής του, θα δημιουργηθεί μια πραγματική φιλία μεταξύ των δύο ανδρών που θα βγάλει και τους δύο από την comfort zone τους και (το μάντεψες) θα αλλάξει για πάντα την ζωή τους. Οι δύο κόσμοι τους θα συγκρουστούν, ο ένας θα αρχίσει να αποκομίζει πράγματα από τον άλλον και γενικά η ζωή και των δύο θα πάρει νέα τροπή προς το καλύτερο. Και αν όλα αυτά σου φαίνονται απόλυτα κλισέ, είναι γιατί αυτό ακριβώς είναι.

Παρόλα αυτά, η ταινία διακατέχεται από μία γνήσια feelgood αίσθηση, την οποία καταφέρνει να μεταδώσει στον θεατή σε γενναίες δόσεις. Δράμα και κωμωδία συνυπάρχουν ισόποσα και οι σκηνοθέτες Olivier Nakache και Éric Toledano δεν καταφεύγουν ευτυχώς ούτε σε ακραίο μελό αλλά ούτε και στην πλήρη διακωμώδηση των δραματικών καταστάσεων. Ο François Cluzet καταφέρνει να προσδώσει στον Philippe την μελαγχολία του ανθρώπου που είναι φυλακισμένος στο ίδιο του το κορμί, δείχνοντας όμως παράλληλα αισιοδοξία και διάθεση για ζωή ενώ, αναμενόμενα, ο Omar Sy είναι πιο υπερκινητικός, αρκετά τυποποιημένος στο στερεότυπο του έγχρωμου πολυλογά με δεσμούς στη μαφία και προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον, που όμως καταφέρνει επίσης να δώσει στον χαρακτήρα του εκείνες τις ενέσεις διαφορετικότητας, που διέκρινε και ο Philippe όταν προσέλαβε τον Driss. Θεωρητικά, η ταινία προσπαθεί να λειτουργήσει ως αναπαράσταση της Γαλλίας δύο ταχυτήτων, με τις διαφορετικές μειονότητες να λαμβάνουν σχηματικά πρώτη θέση στα δρώμενα, όμως λειτουργεί καλύτερα ως η απλή ιστορία δύο διαφορετικών ανθρώπων που κατάφεραν να επικοινωνήσουν πέρα από τα εμφανή εμπόδια που έθετε η διαφορετικότητά τους. “Οι Άθικτοι” μπορεί να μην καλύπτουν παρθένο κινηματογραφικό έδαφος ή να πειραματίζονται με ρηξικέλευθες φόρμες, παραμένουν όμως μία ταινία που θα προσφέρει δύο ευχάριστες ώρες στον θεατή, αρκεί εκείνος να μην έχει υψηλές απαιτήσεις ή να απαιτεί ιδιαίτερες προεκτάσεις πέρα από τα προφανή.


Titanic (Τιτανικός, 1997) (4.5*/5)
15 χρόνια μετά την πρώτη προβολή του και με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από το μεγαλύτερο ναυάγιο στην σύγχρονη ιστορία, ο μεγαλειώδης Τιτανικός του James Cameron επιστρέφει με αχρείαστο 3D αλλά με την ίδια ορμή και εντυπωσιασμό στους κινηματογράφους, ώστε οι μικρότεροι που δεν τον είδαν ποτέ εκεί να βιώσουν μία από τις εντυπωσιακότερες σύγχρονες κινηματογραφικές εμπειρίες. Εξαιρετικά πρωτοπόρος στον τομέα των οπτικών εφέ όπως πάντα ο Cameron, και γνώστης του ιδανικού story telling, διηγείται την ιστορία του Jack (Leonardo DiCaprio), της Rose (Kate Winslet) και του μοιραίου κεραυνοβόλου έρωτα που οδήγησε χιλιάδες κορίτσια να ουρλιάζουν στην οθόνη να κάνει στην άκρη για να ανέβει και το ομορφόπαιδο στην σανίδα. Φαινομενικά αταίριαστοι αλλά τελικά υποβοηθώντας ιδανικά την διαφορετικότητα των χαρακτήρων τους, ο DiCaprio και η Winslet έγιναν star εν μια νυκτί, η ταινία τερμάτισε στα 11 Όσκαρ και οι κινηματογράφοι είδαν ορδές ανθρώπων που έβλεπαν ξανά και ξανά την ταινία με μανία. Δεν χρειάζεται να πει κανείς περισσότερα για το έργο που στιγμάτισε μια ολόκληρη γενιά και έθεσε νέα στάνταρ για τον κινηματογράφο, συνδυάζοντας κορυφαίο θέαμα με μια καλογραμμένη ιστορία δημιουργώντας τελικά ένα από τα πιο πρόσφατα κλασικά έργα του αμερικανικού κινηματογράφου.


Ιστορία μιας Κάλπικης Λίρας (1955) (4*/5)
Με βασικό νοηματικό άξονα την επιδίωξη του πλούτου εις βάρος των πραγμάτων που μετρούν αληθινά, η Ιστορία μιας Κάλπικης Λίρας του Γιώργου Τζαβέλλα αποτελεί σίγουρα μία από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες: η κάλπικη λίρα που γίνεται σύμβολο της κάλπικης (ή όχι, θα δείξει) αγάπης, το κάλπικο φλουρί στην πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτα, το κάλπικο νόμισμα που βρίσκει ένα κοριτσάκι που πουλάει λουλούδια για να βοηθάει την άρρωστη μάνα του αντί να χαίρεται όπως όλα τα άλλα παιδιά της ηλικίας του τα Χριστούγεννα, ίσως το πιο εικονικό "Σ΄αγαπώ" στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου. Γεμάτη ευαισθησία, σπαραγμό και ειλικρινή αναζήτηση του μέγιστου συναισθήματος που θα μεταμορφώσει την ψυχή του ανθρώπου και θα τον κάνει καλύτερο ον, η Κάλπικη Λίρα αποτελεί ηθογραφία, φαρσοκωμωδία, μελό και αισθηματικό δράμα ταυτόχρονα και μία από τις πρώτες ελληνικές ταινίες που πειραματίστηκαν με το ύφος και την δομή τους, συμμετείχαν στα διεθνή φεστιβάλ Βενετίας, Καννών και Carlovy Vary με επιτυχία και έφεραν σε επαφή τον Δημήτρη Χορν και την Έλλη Λαμπέτη, που έμειναν στη συνέχεια μαζί για 5 χρόνια δημιουργώντας κινηματογραφική ιστορία. Αν και η ψηφιακή επεξεργασία κατά γενική ομολογία απογοητεύει, η επανακυκλοφορία της ταινίας δεν παύει να είναι μια εξαιρετική ευκαιρία για το ελληνικό κοινό να έρθει ξανά σε επαφή με ένα δείγμα εξαιρετικού και αμιγώς ελληνικού κινηματογράφου.


The Hunger Games (Αγώνες Πείνας) (3*/5)
Με γιγαντιαίο buzz από την Αμερική και πρόθυμο να διαλύσει κάθε εισπρακτικό ρεκόρ, το “Hunger Games” αποτελεί το στοίχημα της Jennifer Lawrence στην απόλυτη δημοσιότητα κι επιτυχία, το τελευταίο στάδιο μετά τον καλλιτεχνικό θρίαμβο του “Winter’s Bone” και την πρώτη επιτυχία του “X-men: First Class”. Έχοντας την κατάρα της κυκλοφορίας στη μετά-twilight εποχή και όντας καταδικασμένο στην ατυχή σύγκριση με το υποπροϊόν των νερόβραστων βρικολάκων, το “Hunger Games” τελικά καταφέρνει όχι μόνο να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των ορκισμένων φαν και να εξαφανίσει τις συγκρίσεις από το πρώτο μόλις λεπτό αλλά και να αποτελέσει μια ταινία που στέκεται άνετα μόνη της, ως ανεξάρτητη κινηματογραφική οντότητα.

Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, μετά την καταστροφή της Αμερικής από κάποιο απροσδιόριστο αποκαλυπτικό γεγονός, υπάρχει το Panem, που αποτελείται από την πλούσια πόλη της Capitol και 12 φτωχότερες επαρχίες. Ως τιμωρία για την προηγούμενη επανάσταση που “προκάλεσε αναταραχή σε όλο το Panem”, κάθε χρόνο πραγματοποιούνται οι Αγώνες Πείνας, κατά τους οποίους ένα αγόρι κι ένα κορίτσι από κάθε επαρχία επιλέγονται τυχαία για να συμμετάσχουν σε ένα τηλεοπτικό γεγονός με στόχο την επιβίωση ενός μόνο από αυτούς. Όταν η αδερφή της κληρώνεται να συμμετάσχει, η Katniss Everdeen της 12ης επαρχίας προσφέρεται ως εθελόντρια στην θέση της, ξεκινώντας μια διαδρομή που θα αποτελέσει κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή συμμετοχή στα Hunger Games.

Σε γενικές γραμμές, η ταινία αποτελεί μία φροντισμένη προσπάθεια. Υπάρχουν όντως σημεία στα οποία καταφεύγει σε ευκολίες και η υπερκινητική σκηνοθεσία του Gary Ross θολώνει οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει ένα R-rating. Στη βάση της όμως παραμένει μία ταινία που δεν απευθύνεται μόνο σε ένα περιορισμένο ηλικιακά κοινό αλλά καταφέρνει να αποκτήσει δική της δυναμική που ξεπερνά τα όρια του genre της. Αυτό συμβαίνει με την ουσιαστική βοήθεια της Jennifer Lawrence, που ερμηνεύει με πάθος την Katniss χωρίς να την αντιμετωπίζει ως ένα άψυχο δημιούργημα της young adult λογοτεχνίας, παραδίδοντας μια ερμηνεία που αποδεικνύει την γκάμα των δυνατοτήτων της και της επιτρέπει να δίνει επιπλέον βαρύτητα εκεί που κάποια άλλη ηθοποιός θα κατέφευγε στην εύκολη λύση. Η συνεχής συνειδητοποίηση ότι όλο αυτό που βλέπουμε πρόκειται για ένα μακάβριο τηλεοπτικό πρόγραμμα, το ηθελημένο κιτς του Panem, το ψεύτικο ρομάντζο που δημιουργείται για τηλεοπτικούς λόγους, τα τρικ των διοργανωτών για να πουλήσουν όσο περισσότερο δράμα γίνεται, όλα συμβάλλουν στην εξύψωση της ταινίας παραπάνω από τον μέσο όρο των νεανικών ταινιών και στην δημιουργία ενός σύμπαντος άξιου να το επισκεφτεί ξανά κανείς. Αν ο Ross κατάφερνε να διατηρήσει την ισορροπία της ροής στο δεύτερο μισό στα επίπεδα του πρώτου, θα μιλούσαμε σίγουρα για μία πολύ περισσότερο στρωτή ταινία. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι “Αγώνες Πείνας” παραμένουν μία ευπρόσδεκτη κινηματογραφική περίπτωση, όπου ο όρος μπλοκμπάστερ δεν συνεπάγεται απαραίτητα και νεκρά εγκεφαλικά κύτταρα.


Las Acacias (Οι Ακακίες) (1*/5)
Φορτηγατζής που μεταφέρει ξυλεία από την Παραγουάη στο Μπουένος Άιρες παίρνει μαζί του μια νεαρή μητέρα με το μωρό της, που έχουν επίσης τον ίδιο προορισμό. Στο ταξίδι, ο μοναχικός άνδρας θα ξανανιώσει συναισθήματα αγάπης και θα αρχίσει να ξαναενδιαφέρεται για κάποιον άλλον άνθρωπο πέρα από τον εαυτό του. Περισσότερα για την ταινία εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...