Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Ριβιουπόστ #7/2012: Ο Killer Joe, ο Καίσαρας, ο ParaNorman και άλλες death oriented καταστάσεις.

Το τελευταίο μαζικό ριβιουπόστ έγινε τον Iούλιο, μετά ήρθαν οι διακοπές, η Mostra της Βενετίας, οι Νύχτες Πρεμιέρας και η συνεχής επικαιρότητα και το παραμελημένο ριβιουπόστ παρέμενε συνεχώς στην άκρη και όλο διογκωνόταν. Μέχρι σήμερα, που με περισσή περηφάνια  παρουσιάζουμε συγκεντρωτικά κι εξαντλητικά όλα όσα είδαμε τους τελευταίους μήνες εκτός φεστιβαλικών εκδηλώσεων. Από τον Killer Joe του Matthew McConaughy μέχρι τον Δικτάτορα του Sasha Baron Cohen και τον αθυρόστομο Ted αρκούδο μέχρι τον ParaNorman των νεκρών, αυτές είναι οι ταινίες  των τελευταίων δύο μηνών (Amour excluded, καθώς η εταιρία διανομής αρνείται να το διανείμει ακόμα εκτός Αθηνών).

Killer Joe (4*/5)
O William Friedkin (ναι, του Εξορκιστή) σκηνοθετεί τον Matthew McConaughy στην ταινία που επιχειρεί να τον απομακρύνει για τα καλά από τους ρόλους στις ρομαντικές κομεντί που καθιέρωσαν τόσο τον ίδιο όσο και τους κοιλιακούς του. Και παραδόξως, τα καταφέρνει περίφημα. Γιατί το Killer Joe είναι μια απολαυστική μαύρη κωμωδία, που περνάει ξυστά από την περιπέτεια και καταλήγει σε ένα αγωνιώδες θρίλερ δωματίου, πάντα με δώσεις σαρκασμού και ειρωνείας να διακόπτουν την ξαφνική βία, μία φτιαχτή b-moviλα να κυριεύει την οθόνη και τον Matthew McConaughy να δίνει μια στιβαρή, τρομακτικά φευγάτη ερμηνεία.

Ο Killer Joe (Matthew McConaughy) είναι ο άνθρωπος που προσλαμβάνει μια διαλυμένη οικογένεια για να ξεπαστρέψει την μέγαιρα μητέρα, ώστε μετά να μοιραστούν την ασφάλεια ζωής της. Το πρωί είναι αστυνομικός, ενώ το βράδυ μοιράζει έναντι αδρής αμοιβής της υπηρεσίες του. Όταν υπάρχει πρόβλημα με την πληρωμή, προνοεί να λαμβάνει κάτι ως ενέχειρο κι επειδή αναμενόμενα, υπάρχει πρόβλημα με την αμοιβή, ενέχειρο γίνεται στην περίπτωσή μας η αλαφροΐσκιωτη κόρη της οικογένειας (Juno Temple). Ο τυχοδιώκτης γιος (Emile Hirsch), o mentally challenged πατέρας (Thomas Hayden CHurch) και η καπάτσα νυν γυναίκα του (Gina Gerschon) μάλλον θα μπλέξουν σε πολλά περισσότερα από όσα λογάριαζαν στην αρχή, όταν έκαναν την συμφωνία με τον Killer Joe.

Με τον απόηχο μιας grindhouse κληρονομιάς αλλά τοποθετημένο στο σήμερα και το τώρα, το Killer Joe επιτίθεται στις αισθήσεις, δεν τσιγκουνεύεται τη βία, το αίμα και το γυμνό κι ελίσσεται ανάμεσα στα είδη για να παρουσιάσει την ιστορία που θα επαναφέρει τον Matthew McConaughy στο προσκήνιο. Αν και τα οπίσθια του κάνουν και πάλι μια έκτακτη εμφάνιση-αναφορά στο παρελθόν, ο McConaughy βρίσκεται έτη φωτός από την συνήθη ζώνη του, καταφέρνει να μεταφέρει στο βλέμμα την παράνοια και την εκρηκτική ηρεμία του χαρακτήρα του και αποπνέει μια συνεχή αίσθηση απειλής και τρόμου. Όμως και το υπόλοιπο καστ ισορροπεί ανάμεσα στο σοβαρό και την αυτοπαρωδία, προκαλεί ανά στιγμές το γέλιο (ειρωνικά, κυρίως από την τραγικότητα της κατάστασης) κι επαναφέρεται ξανά σε σοβαρά ματωμένα μονοπάτια μέχρι να έρθει το φινάλε και να παραδώσει μία από τις πιο σκληρές σκηνές που είδαμε τελευταία στο σινεμά. Καθόλου άσχημα, κύριε Friedkin.


Cesare Deve Morire (Caesar Must Die) (4*/5)
Παρά το σημαντικό τους παρελθόν, οι αδερφοί Taviani, μετά την «Νύχτα του Σαν Λορέντζο» το 1982 στις Κάννες, δεν είχαν καταφέρει να αποσπάσουν κάποιο βραβείο στα κορυφαία κινηματογραφικά φεστιβάλ του πλανήτη, δημιουργώντας αφορμές για να σχολιαστούν ως ξεπερασμένοι και στερούμενοι έμπνευσης. Στην φετινή Berlinale, όμως, τον Φλεβάρη επιφύλασσαν μια έκπληξη στους πολέμιούς τους, παρουσιάζοντας όχι μόνο μια στιβαρή, εντυπωσιακή ταινία αλλά και καταφέρνοντας παράλληλα να φύγουν θριαμβευτές, κάτοχοι της Χρυσής Άρκτου, του μεγαλύτερου βραβείου του φεστιβάλ.

Γυρισμένη σε μια φυλακή υψίστης ασφαλείας της Ιταλίας, με ασπρόμαυρη φωτογραφία στο μεγαλύτερο κομμάτι της ταινίας και χρησιμοποιώντας πραγματικούς νυν ή πρώην καταδίκους ως ηθοποιούς, ο «Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» είναι ένας θολός συνδυασμός ντοκιμαντέρ και ταινίας σεναρίου, που παρακολουθεί τους κρατούμενους στην προετοιμασία τους για το θεατρικό «Ιούλιος Καίσαρας» του Shakespeare. Ήδη από την αρχική εξαιρετική σκηνή της οντισιόν γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται για μία ξερή καταγραφή της διαδικασίας της πρόβας και της απαγγελίας των σκηνών. Καθώς οι κρατούμενοι καλούνται να ερμηνεύσουν για τους πιθανούς ρόλους, ενώ στην οθόνη παρέχονται πληροφορίες για τα εγκλήματα που διέπραξαν και τις επακόλουθες ποινές, γίνεται κατανοητό πως η ταινία αντλεί από τους ίδιους την ίδια δύναμη που αντλεί και από το πρωτότυπο θεατρικό, σε μια προσπάθεια ανάδειξης της διαχρονικότητας του έργου, το οποίο στην συνέχεια γίνεται η αφορμή για μια διακριτική αλλά ουσιαστικά κριτική ματιά του ανθρώπου στα πλαίσια της εγκληματικής κοινωνίας.

Η αρχαία Ρώμη μετατρέπεται στις σύγχρονες φυλακές, οι γραμμές του σεναρίου μπλέκονται με τα ξεσπάσματα των καταδίκων χωρίς να γίνονται διακριτές οι αλλαγές και ακόμα και οι φύλακες του σωφρονιστικού ιδρύματος αναλαμβάνουν τον ακούσιο ρόλο τους στην ιδιότυπη μεταφορά μιας αρχετυπικής ιστορίας της διαφθοράς της δύναμης, της φιλοδοξίας και της αναπόφευκτης τιμωρίας, που αρμόζει απόλυτα στους κρατούμενους. Τόσο απόλυτα που αρχίζουν και οι ίδιοι να έχουν αλλαγές στην συμπεριφορά, να χάνονται μέσα στον ρόλο που καλούνται να ερμηνεύσουν και να ελευθερώνονται ή να ξαναεγκλωβίζονται σε μία νέα μορφή φυλακής. Όπως αναφέρεται και προς το τέλος, «από τότε που ανακάλυψα την τέχνη, αυτή η φυλακή μοιάζει με κελί», όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο προφανή όσο φαντάζεται κανείς. Σε αντίθεση με το πομπώδες της ατάκας, το ίδιο συμπέρασμα γίνεται πολύ πιο έντονα αντιληπτό όταν τελειώνουν οι πρόβες και οι κατάδικοι επιστρέφουν στα κελιά τους, σιωπηλοί και με χαμηλωμένο το κεφάλι, με μόνη επιθυμία την συνέχιση της πρόβας την επόμενη μέρα.

Η εκτεταμένη θεατρικότητα του εγχειρήματος λειτουργεί απρόσμενα καλά και η έλλειψη επαγγελματικής εμπειρίας από τους ηθοποιούς καταφέρνει να φέρει στην επιφάνεια την ουσία των συναισθημάτων τους, οδηγώντας την ταινία σε απόλυτη επιτυχία. Ίσως η απομάκρυνση από τα πρόσφατα δράματα εποχής των Taviani ήταν αναζωογονητική και το μέλλον θα δείξει τι ακόμα έχουν να δείξουν οι Ιταλοί δημιουργοί, όμως μέχρι τότε «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει» είναι μια σαφή ένδειξη πως ακόμη υπάρχει δημιουργικότητα στο οπλοστάσιο των βετεράνων δημιουργών. 


V/H/S (3,5*/5)
Μία ομάδα νεαρών προσλαμβάνεται από έναν μυστηριώδη άγνωστο για να εισβάλλει σε ένα σπίτι με σκοπό να βρει και να πάρει στα χέρια της μία κασέτα με άγνωστο περιεχόμενο. Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά καθώςη παρέα βρίσκει στο σπίτι ένα πτώμα και μία σωρό βιντεοκασετών, με περιεχόμενο όλο και πιο διεστραμμένο όσο προχωρά η αναζήτηση. Τι δουλειά μπορεί να έχουν εκεί τελικά και πόσο ασφαλείς είναι; Περισσότερα για την ταινία εδώ.


ParaNorman (3,5*/5)
Στο ParaΝorman, η τεχνική του stop motion φαίνεται ακόμη πιο τελειοποιημένη από το τέλειο της «Νεκρής Νύφης» και συνοδεύει μια ιστορία τρόμου για παιδιά, που μπορεί να τρομάξει και τους μεγάλους. Ο Norman, με το μικρό χάρισμα να συνομιλεί με τους νεκρούς, καλείται να σώσει την πόλη του από την κατάρα μιας στρυφνής μάγισσας που γεμίζει ζόμπι τους δρόμους. Με απευθείας αναφορές στο σινεμά τρόμου του ’60, του ’70 και του ‘80 , το ParaNorman έχει ψυχή, σαφή αίσθηση του πού απευθύνεται, δεν υποτιμά ούτε στιγμή το κοινό του και προσφέρει σκηνές slapstick τρόμου και αγωνιώδους καταδίωξης, μέχρι να αλλάξει ρυθμό και να καταλήξει στην καρδιά της ιστορίας, ενός παραμυθιού που κάπου στράβωσε και αναζητά την λύση του διαθέσιμου ήρωα. Ο σεναριακός άξονας ίσως να μην είναι και ο πιο στιβαρός, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι γεμάτο με τόσες μικρές απολαυστικές εκπλήξεις που αποζημιώνει για όποιες ενστάσεις μπορεί να έχει κανείς.


Shadow Dancer (3.5*/5)
Κλασικό και απόλυτα βρετανικό δράμα κατασκόπων που ρέει ομαλά με μια-δυο ανατροπές που έρχονται ευπρόσδεκτα να αναταράξουν την ισορροπία, το Shadow Dancer ήρθε στις ελληνικές αίθουσες σχεδόν σιωπηλά, όπως και οι χαρακτήρες του. Σε αυτό μια πράκτορας του IRA (Andrea Riseborough), από οικογένεια με παραδοσιακούς δεσμούς με την οργάνωση, συλλαμβάνεται από τις μυστικές βρετανικές υπηρεσίες και αφήνεται ελεύθερη με αντάλλαγμα να προσφέρει πληροφορίες για την αρχική της οργάνωση. Όλα πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο μέχρι ο υπεύθυνος της παρακολούθησής της (Clive Owen) αντιληφθεί ότι ίσως βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο, όχι από τον IRA, αλλά από τις ίδιες τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, που ενδεχομένως θέλουν να την εκτελέσουν για να διασφαλίσουν τον άλλο κατάσκοπο που έχουν στην περιοχή και, που εδώ και χρόνια, τους τροφοδοτεί με πληροφορίες.

Από τις πιο ελπιδοφόρες Αγγλίδες ηθοποιούς, η Andrea Riseborough ερμηνεύει με απλότητα αλλά πειθώ, ο Clive Owen είναι διαδικαστικός στον κάπως κοινότυπο ρόλο του ενώ η πάντα αγαπημένη Gillian Anderson στις λίγες σκηνές που της αναλογούν μας υπενθυμίζει συνεχώς πόσο μας λείπει από τον κινηματογράφο. Σε τελική ανάλυση, το Shadow Dancer μπορεί να μην αλλάζει την ιστορία του σινεμά όμως είναι τόσο σωστά φτιαγμένο που δεν μπορείς να μην το αγαπήσεις. Θίγοντας μια ευαίσθητη θεματολογία για το βρετανικό σινεμά και γυρισμένη με την υποστήριξη του BBC, παραμένει κάπως ασφαλής στην αποτύπωσή του όμως καταφέρνει να μεταφέρει το δράμα και τον ηθικό εγκλωβισμό των χαρακτήρων ενώ παραμένει πάντα πιστό στην αναπαράσταση της εποχής, δικαιώνοντας την καταγωγή του και επιβραβεύοντας τον θεατή για την προτίμησή του.


Looper (3,5*/5)
Ο Joe (Joseph Gordon-Levitt) ζει στο Κάνσας του 2042, όπου το ταξίδι στον χρόνο δεν έχει εφευρεθεί ακόμα. 30 χρόνια, όμως, αργότερα, τα πάντα έχουν αλλάξει. Το ταξίδι στον χρόνο είναι πραγματικότητα αλλά έχει ανακηρυχθεί παράνομο, με την μαφία και τις συμμορίες να παραμένουν οι μόνες που το χρησιμοποιούν. Κάθε φορά που χρειάζεται να ξεφορτωθούν κάποιον, τον μεταφέρουν 30 χρόνια πριν, όπου ένας looper αναλαμβάνει να τον σκοτώσει και να ξεφορτωθεί το πτώμα, χωρίς να υπάρχουν συνέπειες καθώς τεχνικά ο άνθρωπος το 2042 είναι ακόμα ζωντανός. Ο Joe είναι ένας looper.

Τα χρήματα είναι πολύ καλά, καθώς μαζί με το κάθε θύμα μεταφέρεται δεμένο στην πλάτη του κι ένα σύνολο από πλάκες ασημιού, η γενναιόδωρη αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Όταν όμως αντί για ασήμι, ο looper βρει στην πλάτη του θύματος χρυσό, τότε σημαίνει ότι σκότωσε τον μελλοντικό του εαυτό, ότι «έκλεισε το loop», όπως συνηθίζεται να λέγεται, και ότι έχει να ζήσει πλουσιοπάροχα άλλα 30 χρόνια μέχρι τον θάνατό του, απαλλαγμένος από άλλες αποστολές.

Μια μυστηριώδης φιγούρα του μέλλοντος, ο Rainmaker, φαίνεται να είναι ο τύραννος της μελλοντικής κοινωνίας και ο κύριος υπεύθυνος για την εγκληματική πραγματικότητα του 2072. Αυτός λέγεται ότι αρχίζει να στέλνει Loopers στο παρελθόν για να κλείνει τα loops. Δεν γνωρίζει κανείς ποιος είναι. Δεν γνωρίζει κανείς πώς να τον αντιμετωπίσει. Αλλά τα πραγματικά προβλήματα του Joe θα αρχίσουν όταν έρθει και η δική του σειρά, ο μελλοντικός του εαυτός (Bruce Willis) σταλεί στο παρελθόν για την εκτέλεσή του αλλά καταφέρει να αποδράσει εντυπωσιακά βάζοντας τον νεαρό Joe σε θανάσιμο κίνδυνο.

Το μεγαλύτερο στοίχημα με τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας και ειδικά με αυτές που περιλαμβάνουν ταξίδια στο χρόνο είναι να διατηρήσουν σε όλη την διάρκειά τους μια ενιαία λογική και ένα σύνολο συγκεκριμένων κανόνων που πρέπει να ακολουθούν πιστά. Το Looper προσπαθεί σκληρά αλλά η αλήθεια είναι πως η ανάλυση και οι συζητήσεις μετά την προβολή του, μόνο κακό μπορούν να του προσφέρουν. Αν επιλέξει κάποιος όμως να αγνοήσει τις λογικές ασυνέπειες μιας ιστορίας που εξ ορισμού βασίζεται στο παράδοξο του ταξιδιού στον χρόνο, το Looper κρύβει ένα αξιοπρεπέστατο νουάρ επιστημονικής φαντασίας, όχι τόσο μακριά από το εξαιρετικό ντεμπούτο του Johnson, το Brick.

Στυλιζαρισμένο αλλά διατηρώντας μία υπόνοια ανεξάρτητου σινεμά (που ουσιαστικά είναι ανεξάρτητο καθώς αγοράστηκε από στούντιο αφού ολοκληρώθηκε η παραγωγή), το Looper προσφέρει μία εντυπωσιακή αρχή με την καταδίωξη ενός γερασμένου Looper καθώς ο νεότερος εαυτός του δολοφονείται με διαμελισμό ενώ στην πορεία καταφεύγει σε πιο κλασικά χωράφια ταινίας δράσης για να ολοκληρωθεί πλήρως παραδομένο στην sci fi φύση του, χωρίς όμως να το παρακάνει σε εύκολους εντυπωσιασμούς. Ο Joseph Gordon Levitt στην δεύτερη φετινή του εμφάνιση (μετά το Dark Knight Rises και λίγο πριν το Premium Rush με τον Michael Shannon), κρυμμένος κάτω από τόνους μακιγιάζ για να θυμίζει περισσότερο έναν νεαρό Bruce Willis, είναι επαρκής και ικανός, χωρίς όμως να αφήνει ιστορία στο είδος με την ερμηνεία του. O Willis, από την άλλη, κουβαλά λίγο από την αύρα των Αναλώσιμων, όντας κάπως δυσκοίλια καρικατούρα, ενώ η Emily Blunt αποτελεί την αναγκαστική γυναικεία παρουσία του cast, τελεία.

Παρά τις ατέλειές του, το Looper είναι η ταινία επιστημονικής φαντασίας που δεν βασίζεται στις εκρήξεις για να γοητεύσει το κοινό, προσπαθεί να αποτελέσει εναλλακτική λύση για έναν πιο σκεπτόμενο mainstream θεατή, προσθέτει στο μίξερ στοιχεία που ανανεώσουν το sci fi είδος και τελικά παραμένει προσγειωμένη παρά την αβανταδόρικη ιστορία της. Καθόλου άσχημα, δηλαδή.


Step Up Revolution (3*/5)
Tο τέταρτο επεισόδιο της σειράς ταινιών Step Up, δεν προσπαθεί να φανεί κάτι παραπάνω από ότι είναι και παραδίδεται σε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Η σχηματική ιστορία με το ενδιαφέρον, όμως, twist που ενσωματώνει τα flash mobs στο σύμπαν της σειράς, εμπλουτίζεται με πραγματικά εντυπωσιακές χορογραφίες, όπως το act του μουσείου μοντέρνας τέχνης, και από χορευτικές σκηνές που χρησιμοποιούν δημιουργικά ποικίλα props από τραμπολίνα μέχρι σκοινιά αναρρίχησης. Η ειλικρίνεια μιας τέτοιας ταινίας λειτουργεί υπέρ της και προσφέρει τόση πραγματική διασκέδαση, που τελικά τίποτα άλλο δεν μετράει.


Cosmopolis (3*/5)
Ο David Cronenberg ήταν ανέκαθεν σκηνοθέτης που δεν φοβόταν να ασχοληθεί με τις πιο σκοτεινές γωνίες του ανθρώπινου ψυχισμού. Αντλώντας θεματικές από έναν κόσμο που φάνταζε αλλοιωμένο είδωλο της πραγματικότητας, αγκάλιασε την επιστημονική φαντασία (Scanners,The Fly, eXistenZ), το θρίλερ (The Dead Zone, Naked Lunch) αλλά κυρίως τον τρόμο και την διαστροφή της ίδιας της ανθρώπινης φύσης (Dead Ringers, Crash). Οι τελευταίες του ταινίες κυμάνθηκαν σε έναν πιο ψυχογραφικό άξονα (A History of Violence, Eastern Promises), όπως έγινε ιδιαίτερα εμφανές και από το πιο πρόσφατο A Dangerous Method, όπου ο Cronenberg έφερε μπροστά από την κάμερά του, όχι μόνο τα κοστούμια εποχής αλλά το σαγόνι της Keira Knightley με αμφιλεγόμενα αποτελέσματα, που κυμάνθηκαν περισσότερο προς το άνευρο.

Στο Cosmopolis, ο Cronenberg επιστρέφει σε πιο οικεία για εκείνον εκκεντρική θεματολογία, επιλέγοντας να διασκευάσει το ομώνυμο βιβλίο του Don DeLillo σχεδόν πιστά (με μια μικρή απόκλιση στο φινάλε). Ένας 28χρονος εκατομμυριούχος, ο Eric Packer, αποφασίζει να διασχίσει το Μανχάταν με την λιμουζίνα του με στόχο… ένα κούρεμα από τον αγαπημένο του κουρέα, σε μία δύσκολη μέρα για την Νέα Υόρκη, που βρίσκεται υπό τον κλοιό αστυνομικών δυνάμεων, τόσο λόγω της επίσκεψης του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών στην πόλη και των επακόλουθων πορειών και αναταράξεων, όσο και λόγω της κηδείας του αγαπημένου μουσικού του Eric, που προκαλούν τεράστιο μποτιλιάρισμα στους δρόμους. Στην διάρκεια του ταξιδιού θα συναντήσει και θα συνομιλήσει με ένα σύνολο ανθρώπων που θα τον επηρεάσουν καταλυτικά: την γυναίκα του, η οποία αρνείται να κάνει σεξ μαζί του για να διατηρήσει την ενέργειά της για την δουλειά της, την σύμβουλο τέχνης του-αντικείμενο του σεξ (Juliette Binoche), την σωματοφύλακά του, με την οποία επίσης μοιράζεται περισσότερα από μια επαγγελματική σχέση, τον υπεύθυνο ασφαλείας του, τον γιατρό του για το καθημερινό του τσεκ-απ (που περιλαμβάνει και εξέταση προστάτη) και την κύρια σύμβουλό του (Samantha Morton). Σε συνδυασμό με τους εξωτερικούς παράγοντες, αυτές οι συναντήσεις θα τον αλλάξουν ως άνθρωπο και όταν φτάσει στον προορισμό του και έρθει αντιμέτωπος με τον άγνωστο που τον απειλεί, ο ίδιος θα έχει αναθεωρήσει για πολλά πράγματα, έχοντας απέναντί του μια διαφορετική πραγματικότητα από ότι αρχικά.

Ηθελημένα ψυχρό και με μία διαρκή αίσθηση του παραλόγου, το Cosmopolis αρχικά φαντάζει ιδανικά φτιαγμένο για τον Cronenberg. Η κατάρρευση της καπιταλιστικής κοινωνίας, η κρίση των αξιών και ανθρώπων, η υπονόμευση των διαπροσωπικών σχέσεων και ο νόμος του χρήματος στην καθημερινότητα μπαίνουν στο μικροσκόπιο του σκηνοθέτη αλλά παρουσιάζονται αμέτοχα, ως σκηνές συρραμμένες μέσα στο ίδιο σκηνικό. Κατ’ εξαίρεση, δύο σκηνές σε όλη την ταινία ξεχωρίζουν για την υπόγεια ένταση και ενέργεια που καταφέρνουν να δημιουργήσουν (η συνομιλία με την Samantha Morton όσο η λιμουζίνα βάφεται με σπρέι εξωτερικά από διαδηλωτές και η απίστευτα ερωτική σκηνή εξέτασης του προστάτη) με το υπόλοιπο σύνολο να παραμένει όμορφο αλλά απόκοσμο, κατανοητό στις προθέσεις του αλλά χωρίς να αφήνει τον θεατή να πλησιάσει στο επίκεντρο της ιστορίας.

Αυτός που ξεχωρίζει, όμως, είναι ο Robert Patttinson, ο οποίος συνεχίζει να απομακρύνεται από την σκιά του twilight αποκαλύπτοντας σιγά σιγά τις ικανότητές του. Στο Cosmopolis σταδιακά αποδομείται, όσο προχωρά η ταινία καταβάλλεται όλο και περισσότερο μέχρι να καταλήξει ένας άνθρωπος μπερδεμένος, στερημένος από το παρελθόν και με αβέβαιο μέλλον και όλο αυτό καταφέρνει να το αποδώσει χωρίς προφανή τρόπο και φανφάρες. Δυστυχώς, προς το τέλος της ταινίας, το Cosmopolis στομώνει από την πολυλογία και το τέλος είναι κάπως ανέμπνευστο, όμως ο Pattinson βγαίνει όχι μόνο αλώβητος, αλλά και κερδισμένος, από το όλο εγχείρημα. Ο Cronenberg, από την άλλη, θα χρειαστεί να πείσει το κοινό περισσότερο με την επόμενη ταινία του.


L' Enfant d' en Haut (Sister) (3,5*/5)
Το Sister (L’ enfant d’ en haut) της Ursula Meier είναι η απάντηση στο «παιδί με το ποδήλατο» των Νταρντέν, πιο μεστή, πιο άμεση και σαφώς πιο ειλικρινής, η οποία έρχεται στις αίθουσες ύστερα από μία πολύ επιτυχημένη φεστιβαλική πορεία, στην οποία προστέθηκε πριν λίγες μέρες και η «Χρυσή Αθηνά» των τελευταίων Νυχτών Πρεμιέρας. Ο Simon είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που κλέβει μάσκες, μπότες, πέδιλα του σκι και λοιπό ορειβατικό εξοπλισμό για να τον μεταπουλήσει σε συνομήλικούς του ή όποιον άλλον ενδιαφερθεί ενώ η Louise, η μεγαλύτερη αδερφή του, δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται και πολύ για την εξασφάλιση των προς το ζην, αλλάζοντας ανεύθυνα συνεχώς δουλειές και συντρόφους. Οι καθημερινές δυσκολίες αλλά κι ένα μεγάλο μυστικό που θα αποκαλυφθεί στα δύο τρίτα της ταινίας, θα δώσουν άλλη τροπή στο έργο, που καταφέρνει να προσεγγίσει το όποιο δράμα με μια πολύ ψύχραιμη ματιά. Όλα αυτά προσδίδουν εξαιρετικό ρεαλισμό και δύναμη στην δημιουργία της Meier, η οποία αναμφίβολα ανήκει πλέον στις πιο ξεχωριστές φωνές του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, με έμφαση στο κοινωνικό σινεμά που δεν καταφεύγει όμως ποτέ σε μελοδραματισμούς.



The Dictator (2,5*/5)
Ο Sasha Baron Cohen επιστρέφει με την καινούρια του εκκεντρική προσωπικότητα ή αλλιώς Ναύαρχο Aladeen της Wadiya, παρεκκλίνοντας ακόμη περισσότερο από την candid αισθητική και ανάπτυξη του Borat προς πιο σαφείς μυθοπλαστικές και χολιγουντιανές κατευθύνσεις. Ναι, παραμένει βλάσφημος, κάφρος και απόλυτα προσβλητικός προς τα χρηστά ήθη και έθιμα αλλά όλα έχουν πλέον ένα πιο ασφαλές περιτύλιγμα, χωρίς την άβολη αίσθηση ότι ενδεχομένως να είναι όντως πραγματικά. Ο θεατής πλέον είναι σίγουρος ότι βλέπει μία ταινία.

Ο Cohen βέβαια ξέρει πώς να χειρίζεται τους συνήθως κοινωνικά αμόρφωτους χαρακτήρες του και να αντλεί γέλιο τόσο από τα ντροπιαστικά τους παθήματα αλλά και από την εξευτελιστική αντιμετώπισή τους- αντιδράσεις από/προς τρίτους, όμως σιγά-σιγά φαίνεται ότι έχει αρχίζει να φτάνει στον κορεσμό των πρωτότυπων ιδεών, η ιδέα της επανάληψης αρχίζει να γίνεται έντονα εμφανείς και οι αναζωογονητικές εκλάμψεις ιδιοφυούς χιούμορ (όπως η μάλλον καλύτερη σκηνή του έργου, στην οποία ο Aladeen συνυπάρχει σε ένα τουριστικό –κι όμως- ελικόπτερο με ένα ζευγάρι τροφαντών Αμερικανών σε ξενάγηση της Νέας Υόρκης ή οι αυτοσαρκαστικές cameo εμφανίσεις γνωστών χολιγουντιανών προσωπικοτήτων) δεν είναι αρκετές για να αντιστρέψουν τις γενικές εντυπώσεις. Παράλληλα, η παρουσία του Ben Kingsley είναι ένας καινούριος πάτος για τον καριερίστα ηθοποιό που λέει “ναι” σε οποιαδήποτε πρόταση δουλειάς, δεχόμενος να κάνει πράγματα που σαφώς υποτιμούν το ταλέντο του.


The Raid: Redemption (Serbuan Maut) (3,5*/5)
Και όμως, υποψηφιότητα για action movie της χρονιά θέτει η Ινδονησία με το “The Raid: Redemption” (ή “Serbuan maut” αν σε ενδιαφέρουν οι ξένες γλώσσες), που εξέπληξε ευχάριστα το κοινό στο μεταμεσονύχτιο πρόγραμμα του περσινού Toronto και συνέχισε τις φεστιβαλικές εμφανίσεις του ανά τον κόσμο γιγαντώνοντας σταδιακά το hype γύρω του. Σκηνοθετημένο και γραμμένο από τον Ουαλό Gareth Evans αλλά με όλο το υπόλοιπο cast και συνεργείο βουτηγμένο στην ινδονησιακή πραγματικότητα, το “The Raid:Redemption” σίγουρα δεν κοροϊδεύει τον θεατή σχετικά με τις προθέσεις του και παραδίδει όλα όσα υπόσχεται από την εκρηκτική ήδη αρχή.

Κάπου ανάμεσα στις φτωχογειτονιές της Τζακάρτα βρίσκεται μία παρακμιακή οικοδομή, στην οποία κυριαρχεί ο περίφημος εγκληματίας Tama Riyadi, τόσο περίφημος που ούτε οι αντίπαλες συμμορίες ούτε ο νόμος τολμάνε να τον πλησιάσουν. Εκεί βρίσκουν καταφύγιο κάθε λογής εγκληματίες αλλά και με φτωχό ενοίκιο ο απελπισμένος καθημερινός άνθρωπος, δημιουργώντας μια ιδιότυπη κοινότητα με τους δικούς της κανόνες και αρχές. Όταν μια ομάδα επίλεκτων (SWAT) επιχειρεί να κάνει ξαφνική έφοδο ώστε να φτάσει στον 15ο όροφο και να εξουδετερώσει τον Riyadi, τα πράγματα περιπλέκονται. Η ομάδα γίνεται αντιληπτή στον έκτο όροφο, οι σφαίρες αρχίζουν να πέφτουν βροχή, ο Riyadi υπόσχεται μηδενικό ενοίκιο σε όποιον σκοτώσει τους εισβολείς και έρχεται η στιγμή που η δράση παίρνει δικαιωματικά τον πρώτο ρόλο.

Χορογραφημένο από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή Iko Uwais, ηθοποιό και δάσκαλο πολεμικών τεχνών, το The Raid από τη στιγμή που θα ανεβάσει τους ρυθμούς (στο πρώτο πεντάλεπτο δηλαδή) και μετά δεν κατεβάζει ταχύτητα. Βασισμένες στη σχολή πολεμικών τεχνών της Ινδονησίας, Pencak Silat, οι σκηνές μάχης είναι ευρηματικές, αληθοφανείς αλλά και ταυτόχρονα θεαματικές, χωρίς αναστολές και χωρίς να δείχνουν ψεύτικες, δημιουργώντας μια συνεχή αίσθηση αγωνίας και απειλής. Η ροή από σκηνή σε σκηνή μάχης είναι καλοδουλεμένη και αυτό που πραγματικά δίνει έξτρα πόντους στην ταινία είναι το γεγονός ότι δεν μοιάζει με video game που απλά προχωράει κανείς από την μία πίστα στην άλλη, αλλά δείχνει ότι όντως είναι μια ταινία στην οποία απλά η δράση είναι το κύριο χαρακτηριστικό συστατικό. Παράλληλα, ο Evans έχει πολύ καλή αίσθηση του τόπου, χρησιμοποιώντας το σκηνικό της οικοδομής με εξαιρετική αποτελεσματικότητα εξαπλώνοντας την δράση από όροφο σε όροφο και από διαμέρισμα σε διαμέρισμα ιδιαίτερα αποτελεσματικά.

Θα ήταν αστείο σε ένα τόσο καθαρό παράδειγμα των αμιγώς ταινιών δράσης να ψάξει κάτι παραπάνω από αυτό. Οι χαρακτήρες είναι, όντως, σχηματικοί αλλά δεν δείχνουν απωθητικά ψεύτικοι και οι εξελίξεις δεν είναι ακριβώς σοκαριστικά πρωτότυπες αλλά η συνεχείς δόσεις αδρεναλίνης δεν αφήνουν στον εγκέφαλο πολλά περιθώρια κριτικής επεξεργασίας. Με άλλα λόγια, η ταινία κάνει πολύ καλά την δουλειά της. Υπόσχεται δράση και την παραδίδει σε γενναίες δόσεις, τελειώνοντας ακριβώς την στιγμή που θα ξεκινούσε να γίνεται κουραστική και αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή για την συνέχεια, όπως οφείλει κάθε σωστή περιπέτεια, κι ας προέρχεται από την παραγωγή μιας χώρας που δε μας έχει συνηθίσει σε τέτοιες ταινίες είδους.


Magic Mike (3*/5)
Κάποια στιγμή τους τελευταίους μήνες, χωρίς να το καταλάβω ούτε εγώ αλλά και πολλοί άλλοι, ο Channing Tatum έγινε ενδιαφέρων. Και εννοώ, πραγματικά ενδιαφέρων, έχοντας πλέον κάτι να πει και με επιλογές που είχαν επιτυχία τόσο στο κοινό όσο και στην πλειοψηφία των κριτικών. Το Magic Mike είναι θεωρητικά ένα έργο που βασίζεται στα προσωπικά του βιώματα, ένα project ζωής για εκείνον αν προτιμάς, με τον Steven Sodergerg στην καρέκλα του σκηνοθέτη, ένα ανδρικό (ας το παραδεχτώ με πόνο ψυχής) πανέμορφο καστ να πρωταγωνιστεί και τον ίδιο τον Tatum να παίζει τον stripper με την χρυσή καρδιά και το σμιλεμένο σώμα.

Το όλο εγχείρημα περιέργως προσεγγίζεται με ελάχιστη ηδονοβλεπτική ματιά και έχει την αίσθηση μιας ημι-ανεξάρτητης αμερικανικής ταινίας, όμως καταντάει σε σημεία βαρετό και χωρίς να αξιοποιεί πλήρως το πλήθος των υποστηρικτικών χαρακτήρων και τις ιστορίες τους. O Tatum κάνει την έκπληξη σε μια ερμηνεία που δείχνει ότι ίσως δεν είναι απλά ο όμορφος του συρμού που χορεύει ωραία, όπως ήδη ξέραμε από το Step Up, αλλά είναι ο Matthew McConaughy που κλέβει άνετα την παράσταση με την πιο γλοιώδη, υπερβολική ερμηνεία της χρονιάς (και αυτό το λέω ως φιλοφρόνηση).  Πέρα από αυτά, βέβαια, η ταινία δεν ανακαλύπτει κανέναν τροχό, όμως, είναι αναζωογονητικό το ότι προσπαθεί να ακολουθήσει έναν χαμηλό, ρεαλιστικό τόνο, παρά την εξτραβαγκάνζα του θέματος.


Bachelorette (1,5*/5)
Το Bachelorette, ή αλλιώς η ιστορία όπου η χοντρούλα της παλιοπαρέας από το λύκειο καλεί τις σαφώς πιο ωραίες αλλά σκύλες φίλες της ως παράνυφες για το bachelor της, προωθήθηκε ως το Hangover meets Bridesmaids meets το απόλυτα γυναικοκρατούμενο καστ αλλά ξέχασε να πάρει τόσο το πραγματικό χιούμορ όσο και την κρυμμένη ψυχή των παραπάνω ταινιών. Παρά το συμπαθές καστ (με εξέχουσα την Kirsten Dunst, που παραμένει γοητευτική παρά το γεγονός ότι ο χαρακτήρας της είναι ένα κλισέ με πόδια), η ταινία είναι μια συρραφή κακόγουστων και φωνακλάδικων σκηνών που προσπαθούν τόσο πολύ να φανούν κουλ, που τελικά καταρρέουν κάτω από την υπερβολή και τον σαματά.


The Expendables 2 (3*/5)
Στο “Expendables 2”, τα πράγματα φαίνεται να λειτουργούν απρόσμενα σωστά. Η παλιοπαρέα βετεράνων των action movies μιας ολόκληρης γενιάς ξαναενώνεται με σχηματική αφορμή και στόχο να ρίξει σφαίρες, να σκοτώσει κακούς και να σώσει κάπως την ανθρωπότητα από κακούς Ευρωπαίους τρομοκράτες, τυπικό υλικό βιντεοκασέτας του ’80 δηλαδή. Παρόλα αυτά, ο συνεργάτης στο σενάριο και παραγωγός (δεν κάνω χιούμορ) Sylvester Stalone φαίνεται να έχει επίγνωση της αυτονόητης γελοιότητας του όλου εγχειρήματος, προσφέροντας ηθελημένα campy στιγμές δράσης και τραγικά αστεία one-linersπου προκαλούν το γέλιο που θα περίμενε κανείς από ένα τέτοιο εγχείρημα.

Sylvester Stallone, Jason Statham, Jet Li (πιο πολύ ως τιμητική εμφάνιση), Dolph Lundgren, Bruce Willis και ο πρώην κυβερνήτης Arnold Schwarzenegger, σε λίγο μεγαλύτερο ρόλο από ότι στο πρώτο μέρος, επιστρέφουν υποδεχόμενοι στο franchise τον Jean-Claude Van Damme ως τον κακό της υπόθεσης ονόματι…Villain (no subtlety here), τον νεαρό αδερφο Θωρ Liam Hemsworth και τον… Chuck Norris για δύο μικρές αλλά χαρακτηριστικές στιγμές. Σε αντίθεση με την πρώτη ταινία, οι δεύτεροι αναλώσιμοι δεν παίρνουν τον εαυτό τους σχεδόν καθόλου στα σοβαρά και αυτό οδηγεί σε απροσδόκητο fun μηδενικής εγκεφαλικής δραστηριότητας, ό,τι πρέπει για ένα βράδυ στο θερινό σινεμά και τίποτα παραπάνω. Εξάλλου, ο σκηνοθέτης της ταινίας Simon West καταλαβαίνει ότι το πραγματικό της οπλοστάσιο είναι η στερεοτυπική εικόνα των άλλοτε ειδώλων των action movies και αυτό προσφέρει απλόχερα. Για βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές αναλύσεις απευθυνθείτε καλύτερα σε κάποια άλλη ταινία.


Ted (3,5*/5)
Θα μπορούσε να είναι ένα απλό μοντέρνο παραμύθι. Ο μοναχικός John Bennett (Mark Wahlberg) δέχεται από τους γονείς του, ως δώρο για τα Χριστούγεννα, ένα αρκουδάκι, το οποίο αγαπά τόσο πολύ, που εύχεται να μπορούσε να μιλάει ώστε να γίνουν παντοτινοί φίλοι. Κι όμως, η ευχή του εκπληρώνεται και κανείς δεν μπορεί να το πιστέψει. Ο Ted (με την φωνή του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Seth McFarlane) γίνεται ακαριαία celebrity όμως κανείς από τους δύο φίλους δεν ξεχνάει τον άλλον και παραμένουν κολλητοί μέχρι σήμερα, όπου ο John πλέον είναι 35, τα έχει τέσσερα χρόνια με την Lori (Mila Kunis), μαστουρώνει και μεθάει καθημερινά μαζί με τον Ted βλέποντας στην τηλεόραση Flash Gordon και αρνείται πεισματικά να πάρει τη ζωή του στα σοβαρά. Οι τρεις τους, συγκατοικούν, όμως όταν η Lori ξεκαθαρίσει στον John ότι πρέπει να επιλέξει επιτέλους τι κατεύθυνση θα πάρει η ζωή του κι ένας χοντροcreepy Giovani Ribisi βάλει στο μάτι τον Ted για το δικό του γιο (ή μπορεί και όχι), η ζωή του John θα αλλάξει αμέσως.

Ο δημιουργός του Family Guy δημιουργεί την πρώτη του ταινία για τον κινηματογράφο και, ναι, το εγχείρημα στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Μάλλον η πιο αστεία κωμωδία που είδαμε τελευταία, καταφέρνει να είναι αρκούντως κάφρικη προκαλώντας ασταμάτητα γέλια ενώ ταυτόχρονα διατηρεί μια αναπάντεχη γλυκύτητα στις σχέσεις μεταξύ των πρωταγωνιστών, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα ενός εναλλακτικού παραμυθιού. Ο Ted μπορεί να καπνίζει, να βρίζει, να στριμώχνει στις γωνίες του supermarket γοητευτικές ταμίες με πονηρούς σκοπούς αλλά παραμένει το αρκουδάκι του κολλητού του φίλου, πάντα πιστός στο “φίλοι για μια ζωή” που υποσχέθηκε στον John.

Όλος αυτός ο αντιφατικός συνδυασμός λειτουργεί πολύ καλά λόγω της φυσικής ερμηνείας τόσο από την πλευρά του αποδεδειγμένα πλέον πολύπλευρου Mark Wahlberg όσο και από την πλευρά της Mila Kunis, παλιάς γνώριμης του McFarlane ήδη από τις εποχές του Family Guy, που αποδεικνύει για άλλη μια φορά πόσο καλά μπορεί να συνδυάζει τις κωμικές της καταβολές με την γοητεία της. Όσον αφορά τον ίδιο τον Ted, αν και ψηφιακό δημιούργημα, παίρνει ζωή από την φωνή του McFarlane, πετάει με ρυθμό πολυβόλου σινεφίλ αναφορές χωρίς σταματημό, κατά στιγμές προκαλεί υστερικά γέλια από τον συνδυασμό παιδικής εικόνας και ανάρμοστου περιεχομένου και στην τελική αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της σεζόν. Σε μια περίοδο που η κωμωδία περνάει κρίση, είναι ανακουφιστικό που υπάρχουν ακόμα ιδέες ικανές να κάνουν τη διαφορά και που καταφέρνουν να τραβήξουν το ενδιαφέρον του κοινού. Η ταινία στην Αμερική συνάντησε ανέλπιστη επιτυχία και, συγκριτικά με τον προϋπολογισμό της, έγινε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της χρονιάς. Και όπως λένε στα παραμύθια: Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς, ντάξει, βλέπουμε.



Δες και τα υπόλοιπα μαζικά ριβιουπόστ της χρονιάς (για όσες ταινίες δεν έλαβαν ξεχωριστή μεταχείριση)
Πρεμιέρα-ριβιουπόστ για το 2012.
Ριβιουπόστ #2/2012: Τα Muppets, Η Γυναίκα με τα Μαύρα και Οι απόγονοι στα Ανεμοδαρμένα Ύψη (και όχι μόνο)
Ριβιουπόστ #3/2012: Ποιος είναι αυτός ο αψηλός ο John Carter και 9 επιπλέον ταινίες πρόσφατης κοπής.
Ριβιουπόστ #4/2012: Το Μικρό Σπίτι στο Δάσος και οι επανεκδόσεις (Ναι, ένα ακόμη ποστ λατρείας για το Cabin In the Woods).
Ριβιουπόστ #5/2012: Dark Shadows and stuff.
Ριβιουπόστ #6/2012: The Amazing Spider-man & Friends

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...