Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Νύχτες Πρεμιέρας 2015 Review: Dheepan του Jacques Audiard

Το "Dheepan" του Jacques Audiard δεν παρουσιάζει την βία και την ψυχολογική πίεση του "Un prophète", ούτε καταφεύγει στον ισχυρό μελοδραματισμό του "De Rouille et D'or (Rust and Bone)" (Frame Game Review εδώ) παρά φαίνεται να ακολουθεί κατά γράμμα τους αφηγηματικούς κώδικες που υιοθέτησε ο σκηνοθέτης στο μάλλον παραγνωρισμένο του "The Beat that my heart skipped", και αυτό είναι ίσως περίτρανα το καλύτερο πράγμα που μπορεί να ειπωθεί για τον φετινό Χρυσό Φοίνικα. Γιατί ο Audiard εδώ, όπως και σε εκείνη την ταινία (την καλύτερή του για εμένα), φαίνεται να επενδύει περισσότερο στην προσεκτική παρατήρηση του πρωταγωνιστή του με στόχο να οδηγηθεί σταδιακά στην αποκαθήλωση των αρχών του και, στην συνέχεια, στην αναπροσαρμογή τους σε μια νέα πραγματικότητα παρά σε ένα εύκολο δράμα ή σε μια κραυγαλέα κατακραυγή πολύ συγκεκριμένου προσανατολισμού. Σε συνδυασμό δε με την εντυπωσιακή ψυχραιμία που επιδεικνύει ως σκηνοθέτης, αυτό οδηγεί σταδιακά στο χτίσιμο ενός ολόκληρου κοινωνικού status quo που δεν χάνει ποτέ από το επίκεντρο της αφήγησης τον "ήρωα" και, ταυτόχρονα, δεν υποπίπτει σε υπεραπλουστεύσεις και ακαδημαϊκούς διδακτισμούς όσο οδηγείται στην εκρηκτική αλλά απόλυτα λογική κορύφωση.

Ο Audiard δεν χάνει καν χρόνο για το στήσιμο της ιστορίας του. Ήδη από τα πρώτα λεπτά μας συστήνει τον Dheepan, έναν στρατιωτικό (κι εγκληματία) Ταμίλ που πρέπει να φύγει από την Σρι Λάνκα αν θέλει να γλιτώσει την ζωή του, την νεαρή Yalini που ψάχνει απεγνωσμένα να βρει ένα κορίτσι που μπορεί να περάσει ως εννιάχρονη για να την λανσάρει ως κόρη της και την εν λόγω κοπέλα, την Illayaal, η οποία ουσιαστικά συμπληρώνει την αυτοσχέδια "οικογένεια" με τους προηγούμενους. Στους τρεις τους, αποδίδονται ταυτότητες νεκρών (μαζί με τα διαβατήριά τους) και ταυτόχρονα μια διέξοδος από την χώρα προς την Γαλλία. Έπειτα από μερικές (σύντομες) περιπέτειες, ο Dheepan θα βρεθεί να δουλεύει ως επιστάτης σε μια επικίνδυνη γειτονιά της Γαλλίας, όπου σιγά σιγά θα διαπιστώσει πως ο πόλεμος δεν υπάρχει μόνο με την μορφή που είχε στο μυαλό του αλλά παραμένει κρυμμένος ακόμα και στις πιο εξελιγμένες θεωρητικά κοινωνίες και, ακόμη χειρότερα, μέσα του.

Το σημαντικό, βέβαια, στην ταινία είναι ότι ο Audiard δεν θέλει να κάνει κάποια βαρύγδουπη κοινωνική δήλωση αλλά να δει την αλλαγή και την επίπτωση στους ίδιους τους ήρωές του και να τους ακολουθήσει σε αυτό το νέο ταξίδι του αυτοπροσδιορισμού: είτε στα προβλήματα με την νέα γλώσσα, είτε στην ανάγνωση των νέων κοινωνικών προτύπων που πρέπει να ακολουθήσουν, ακόμα και στις επικίνδυνες ισορροπίες που πρέπει οι τρεις τους να διατηρήσουν εντός της "οικογένειας". Αυτές οι μικρές, καθημερινές λεπτομέρειες είναι που προσδίδουν το βάθος και την ειλικρίνεια στην αφήγηση, από την ανάγκη της μικρής Illayaal να νιώσει το μητρικό χάδι ("σκέψου ότι είμαι η μικρή σου αδερφή και απλά φέρσου μου καλά" λέει στην εξίσου άπειρη Yalini σε μια προσπάθεια να προσομοιάσει την ανάγκη της) και τις κλεφτές ματιές του Dheepan από το παράθυρο στην ύποπτη γειτονιά μέχρι τους εφιάλτες του τελευταίου με την εικόνα του ελέφαντα να τον παρατηρεί μέσα από το φύλλωμα ενός δέντρου (σε μια εικόνα εξαιρετικής πνευματικής δύναμης) και τις προσπάθειες της Yalini να ξεφύγει από μια επιβεβλημένη "συζυγική" ζωή, χωρίς να την απασχολούν οι συνέπειες στους άλλους δύο.

Ακόμα και όταν αναπόφευκτα η κατάσταση σκάει εκρηκτικά γύρω από τον Dheepan, ο Audiard συνεχίζει να έχει καρφωμένη την κάμερα πάνω του του (σε ένα τελικό δεκάλεπτο που προκάλεσε την αναστάτωση και τον διχασμό στις Κάννες και, κατ' επέκταση, χάρισε στην ταινία τον Χρυσό Φοίνικα), χωρίς να αφήνει την βία να κλέψει τις εντυπώσεις από αυτό που έχει πραγματικά σημασία. Οι σύντομες, κοφτές σκηνές μπορεί ξαφνικά να δίνουν την θέση τους σε εκτενή, συνεχή πλάνα, όμως το επίκεντρο παραμένει πάντα ο εσωτερικός κόσμος ενός (όχι ακριβώς ιδανικού) ανθρώπου που ουσιαστικά προσπαθεί να επιβιώσει σε έναν καινούριο κόσμο που παραμένει εξαιρετικά όμοιος με αυτόν που ήδη γνωρίζει, παρά τις επιφανειακές διαφορές. Και αν και εδώ ο Audiard δεν έχει την κλασική μουσικά του "The beat that my heart skipped" για να εξισορροπεί την βία με την απρόσμενη αγνότητα, στο φιλμ παρουσιάζει έναν αβίαστο λυρισμό που καταφέρνει να δει πέρα από το προφανές και να αποκαλύψει τελικά την αλήθεια: ότι μπορείς να απομακρύνεις τον άνθρωπο από τον πόλεμο, όμως δεν μπορείς να απομακρύνεις τον πόλεμο από τον ίδιο τον άνθρωπο.

Χωρίς να χάνει παραδόξως την αισιοδοξία του, το "Dheepan" είναι μια ταινία που αποδεικνύεται εξαιρετικά σύγχρονη (και όχι με τον προφανή τρόπο που επέλεξε το "La loi du marché" [Frame Game Review εδώ]), χωρίς να ενδιαφέρεται τόσο για τις πολιτικές προεκτάσεις ενός συνεχώς διογκώμενου μεταναστευτικού κύματος (που θα ήταν η υπεραπλούστευση μιας εξαιρετικά πολύπλοκης κατάστασης έτσι κι αλλιώς) παρά για τον προσωπικό αντίκτυπο που έχει αυτό στον κάθε άνθρωπο, στην φύση του και στην ίδια του την ύπαρξη. Αν και είναι εύκολο να κατηγορηθεί ότι παίρνει φαινομενικά τις εύκολες αποφάσεις, το "Dheepan" αποκαλύπτεται τελικά περισσότερο υπόγειο (και ικανό να μείνει χαραγμένο στην μνήμη) από όσο φαίνεται αρχικά και αποδεικνύεται ως δείγμα μιας εξαιρετικής γραφής που επαναφέρει τον Audiard στην πρώτη σκηνοθετική γραμμή της χώρας του. Αξίζει να σημειωθεί, τέλος, ότι τίποτα δε θα ήταν το ίδιο χωρίς την εκπληκτική αμεσότητα και των τριών πρωταγωνιστών του, οι οποίοι μεταφέρουν στην οθόνη έναν συγκλονιστικό συνδυασμό τραχύτητας και ευαισθησίας. (4*/5)

Περισσότερες κριτικές από τις 21ες Νύχτες Πρεμιέρας, εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...