Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

IN-EDIT International Music Documentary Festival 2015: 7 ημέρες μουσικής, ταινιών και ελεύθερου πνεύματος.

Το είδος του μουσικού ντοκιμαντέρ κατέχει εξαρχής ένα μεγάλο πλεονέκτημα: δύσκολα μπορεί να σε απογοητεύσει ένα φιλμ αν προηγουμένως σε έχει ήδη κερδίσει η θεματική του. Έτσι κι αλλιώς, ένα ντοκιμαντέρ είναι πολύ πιο ειλικρινές από την φύση του σε σύγκριση με μία ταινία μυθοπλασίας και τις προθέσεις της. Πρόσθεσε σε αυτό την ένταση της μουσικής, την αμεσότητα της δημιουργίας, τις αποδείξεις της καλλιτεχνικής ιστορίας και την γεύση της ελευθερίας της Sol και εύκολα μπορείς να διαπιστώσεις τους λόγους που το IN-EDIT International Music Documentary Festival αποτέλεσε και φέτος (στην δεύτερη πλέον ελληνική του έκδοση) τον κύριο πόλο έλξης των ανήσυχων πνευμάτων της Θεσσαλονίκης για ολόκληρη την προηγούμενη εβδομάδα.


Πορτρέτα πασίγνωστων (και σίγουρα αγαπημένων από πολλούς) δημιουργών (όπως τα Pulp: a Film About Life, Death & Supermarkets, Super Duper Alice Cooper, 20,000 Days on Earth, Freddie Mercury: The Great Pretender), λεπτομερείς καταγραφές μουσικών ειδών που επηρέασαν την μουσική ιστορία τόσο στο παρελθόν όσο και πιο πρόσφατα (Muscle ShoalsSalad Days: The Birth of Punk in the Nation’s CapitalDutch Influence) αλλά και κρυφές πτυχές της μουσικής ιστορίας οι οποίες αναμφισβήτητα αξίζουν ευρείας γνωστοποίησης (Beware of Mr. BakerThe Case of The Three Sided Dream) δημιούργησαν ένα πρόγραμμα ταινιών που δεν έχω συνηθίσει να βλέπω στο Ολύμπιον αλλά απέδειξαν για άλλη μια φορά πόσο συνυφασμένη είναι η μουσική με τον κινηματογράφο και την ίδια την πολιτιστική ιστορία, χρησιμοποιώντας ως φορείς προσωπικότητες που κατάφεραν να μετατρέψουν το πάθος τους σε μοχλό αλλαγής και τελικά καλλιτεχνικής και, κατ' επέκταση, πνευματικής ελευθερίας. To Frame Game παρακολούθησε με μανία τις προβολές τις προηγούμενης εβδομάδας (στο ενδιάμεσο χόρεψε υπό τον ήχο των dj sets που κατάφεραν να αλλάξουν την ατμόσφαιρα του περισσότερου "κλασικού" - αλλά πάντα ανοιχτού στις αλλαγές - Ολύμπιον) και, προσπαθώντας να ξεπεράσει το hangover  - παραδοσιακή ένδειξη επιτυχίας - από το χθεσινό πάρτι λήξης στο Bord de l' eau, ξεχώρισε τις 7 (+1) ταινίες που εμπλούτισαν την μουσική του παιδεία και συνόδευσαν αμέτρητες μπίρες Sol κατά την διάρκεια αυτής της εβδομάδας. Φυσικά, oι επιλογές είναι καθαρά προσωπικές, όμως, τα σχόλια σε περιμένουν για να μοιραστείς κι εσύ τις δικές σου εντυπώσεις όσο αναμένουμε μαζί ήδη την επόμενη έκδοση του φεστιβάλ. (Το κείμενο διαβάζεται καλύτερα ακούγοντας αυτό).

Pulp: A Film about Life, Death and Supermarkets
Το ντοκιμαντέρ του Florian Habicht δεν ξεκινά και τελειώνει απλά με το "Common People" αλλά, ουσιαστικά, χτίζει ολόκληρη την δομή του πάνω σε αυτό. Εξάλλου, οι Pulp και ο κόσμος του Sheffield ήταν ανέκαθεν άρρηκτα συνδεδεμένοι. Παλιοί φίλοι, παιδιά, θαυμαστές, ψαράδες, νοσοκόμες, ενθουσιώδεις ηλικιωμένοι, περιπτεράδες, τουρίστες με το όνειρο να δουν την αγαπημένη τους μπάντα στην πόλη που τους γέννησε αλλά και ο ίδιος ο Jarvis Cocker ("Είναι άραγε ο γιος ή ο ανιψιός του Joe;") και τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας μπαίνουν πίσω από το πρίσμα ενός κοινού ανθρώπου (ή ίσως, τελικά, όχι και τόσο) για να αναδείξουν την ζωή τους, την μουσική τους, την πόλη τους, την ίδια τους την ζωή. Το φιλμ, αναζωογονητικά, δεν είναι ένα εκθειαστικό δημιούργημα για μία από τις πιο σημαντικές μπάντες της σύγχρονης ιστορίας παρά μια ματιά στην καθημερινότητα ενός μύθου και, στην ουσία, η ίδια του η κληρονομιά στο κοινό που, παρά τις προσδοκίες, τον ανήγαγε στην σφαίρα των pop-stars. "Is this hardcore"; Ίσως όχι αλλά ακριβώς εκεί είναι που, στο τέλος, βρίσκεται η μαγεία. 

Beware of Mr. Baker
Τι θα γινόταν αν ο Terrence Fletcher του "Whiplash" [letterboxd] ήταν ταυτόχρονα και ο Andrew του Miles Teller; Λάθος ερώτηση, dude. Αυτό έχει ήδη συμβεί και η απάντηση είναι "Ginger Baker", σκατάνθρωπος από τους λίγους αλλά εξίσου σπάνιο ταλέντο, από τους The Graham Bond Organisation στους Cream και από εκεί στους Blind Faith και, σταδιακά, στον διάολο. Ο ίδιος είναι η γέννηση και η καταστροφή, η βλακεία και η ιδιοφυΐα, η αρχή και, ξανά, η αρχή. Εξάλλου, ήδη στα δύο πρώτα λεπτά του ντοκιμαντέρ, ο Baker προκαλεί την αγανάκτηση και την... ματωμένη μύτη του σκηνοθέτη! Ωστόσο, μέσα από την αγένεια, την παράνοια, τους καυγάδες, την ηρωίνη, την τζαζ και τα εξοργισμένα του παιδιά και τις άφθονες πρώην συζύγους, ο Jay Bulger καταφέρνει να παρουσιάσει την ιδιοφυΐα του Baker και τελικά να προκαλέσει τον θαυμασμό για μια από τις πιο μοναδικές μορφές της μουσικής ιστορίας, την οποία πολλοί ενδεχομένως να μην γνώριζαν καν την ύπαρξή της. Ύστερα, όμως, από αυτή την μουσική extravaganza, δεν πρόκειται να αγνοήσει πια κανείς την συμβολή του στην παγκόσμια μουσική ιστορία. Είχα καιρό να γοητευτώ τόσο από κάποια προσωπικότητα στην μεγάλη οθόνη, όσο κι αν ήθελα να την πλακώσω στο ξύλο. Χεχ, τι μαλάκας. <3

20,000 Days on Earth
Πόση μυθοπλασία και πόση πραγματικότητα κρύβει η 20.000ή μέρα στην ζωή του Nick Cave; Η απάντηση δεν είναι ποτέ ξεκάθαρη, όσο οι Iain Forsyth και Jane Pollard προσπαθούν να αποτυπώσουν τα στιγμιότυπα της καθημερινής του ζωής και τα ψήγματα της δημιουργικότητάς του, ανάμεσα στην συγγραφή των τραγουδιών, τις πρόβες του, τις συνομιλίες του με τον Warren Ellis, τα παρασκήνια των συναυλιών του και τους μονολόγους του πίσω από την θέση του οδηγού. Όμως, το τελικό αποτέλεσμα θυμίζει παραδόξως περισσότερο ένα μουσικό "Holy Motors" (Frame Game Review) από ότι θα περίμενε κανείς (και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην παρουσία της Kylie Minogue στο πίσω κάθισμα και των δύο φιλμ) παρά μια παραδοσιακή βιογραφία, η οποία απλά αξιοποιεί τον μύθο του αντικειμένου της. Το κύριο μέλημα των σκηνοθετών, εξάλλου, είναι κυρίως η ανάδειξη του καλλιτεχνικού εγώ, η εξερεύνηση της δημιουργικής σπίθας και, πάνω από όλα, ο τρόπος που το πνεύμα μπορεί να συναντήσει την ίδια την μουσική. 


Δώρο μέσα στην ταινία και ένα ακούσιο (;) homage ή τουλάχιστον μια ανέλπιστη σύνδεση ανάμεσα στο φιλμ και το "The Man Who Fell to Earth" [letterboxd / The Frame Game] του Nicolas Roeg. Sold.

The Punk Singer
Το είδος του μουσικού ντοκιμαντέρ είναι πολύ εύκολο να ξεγλιστρήσει σε μια ασφαλή διαδρομή, όπου θα παρουσιάσει μια ιστορική μουσική φυσιογνωμία, θα την εξανθρωπίσει μέσω γνωστών και φίλων του/της, θα εξηγήσει πώς ένα (πιθανότατα) δραματικό γεγονός προκάλεσε την αλλαγή της πορείας και πώς η δύναμη της θέλησης κατάφερε να ξεπεράσει τα εμπόδια και να κάνει το μουσικό είδωλο και πάλι να λάμψει. Στο "The Punk Singer", η Sini Anderson δεν ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Η μεγάλη διαφορά, όμως, είναι ότι το αντικείμενό της, η Kathleen Hanna, αποδεικνύεται μια ανεξάντλητη δύναμη της φύσης, ένα πραγματικό role model και μια απόλυτα αυθεντική - και εξαιρετικά άμεση - ομιλήτρια. Στο φιλμ, η τραγουδίστρια των Bikini Kill και των Le Tigre αποκαλύπτει με ειλικρίνεια και χωρίς κόμπλεξ όλες τις πτυχές της: το κίνημα των "Riot Grrrl" και τον ηγετικό της ρόλο, τον φεμινιστικό της αγώνα και το anti-bullying της στην macho κακοποίηση των moshpit και της μουσικής σκηνής της εποχής, την οικογένεια, τον γάμο της με τον Adam Horovitz των Beastie Boys, τη δόξα, τη σχέση της με τον Kurt Cobain, την καλλιτεχνική της μετενσάρκωση σε Julie Ruin και τους πραγματικούς ρόλους της "σιωπής" της μετά το 2005. Αυτό που, κυρίως, καταφέρνει, όμως, η Anderson είναι ότι, μέσα από τις δηλώσεις της Hanna, καταφέρνει να δώσει βάση και ισχύ στους θυμωμένους στίχους της, να στοιχειοθετήσει ολόκληρη την κοσμοθεωρία και την καλλιτεχνική της persona και τελικά να υπογραμμίσει πόσο ουσιαστική κοινωνικά ήταν η συνεισφορά της, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια του παραδοσιακού μουσικού ντοκιμαντέρ, ακριβώς, όπως και η καριέρα της Hanna ήταν κάτι πολύ παραπάνω από θυμωμένους κι έντονους punk ήχους.

Muscle Shoals
Από την αρχή κιόλας της αφήγησης, υπάρχει κάτι το μυσταγωγικό στην ατμόσφαιρα. Είναι τα τοπία του Νότου, το τραγούδι του Tennessee ή απλά η ιδιοφυΐα του Rick Hall, ενός λευκού παραγωγού που κατάφερε να διοχετεύσει όσο κανείς άλλος την μαύρη ψυχή και το funk στις ηχογραφήσεις του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Η ιστορία των δύο στούντιο ηχογράφησης, του αρχικού FAME και του μετέπειτα ανταγωνιστικού Muscle Shoals Sound Studio, μπορεί άλλωστε να ξεκίνησε σε μία μικροσκοπική πόλη της Alabama, όμως, η συνέχεια ξεπέρασε τόσο τα σύνορα της κομητείας όσο και της ίδιας της μουσικής. Και αυτό είναι κάτι που ουσιαστικά δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά τις προσπάθειες πλήθους καλλιτεχνών που πέρασαν από τους χώρους τους (με τον Bono, τον Mick Jagger, τον Keith Richards, την Aretha Franklin, την Alicia Keys, την Candi Staton, τον Clarence Carter ανάμεσά τους). Γι'αυτό και η πραγματική αξία του ντοκιμαντέρ, υπάρχει στις ανέκδοτες ιστορίες των ηχογραφήσεων, στο πάθος της ομιλίας του Rik Hall και των μουσικών του, στα αποσπάσματα των "You Better Move on", "Mustang Sally", "Respect" και "Brown Sugar" και όλων των υπόλοιπων αριστουργημάτων της περιόδου, στα ίδια τα χωράφια του Νότου και τους ήχους τους. Κάποιες ματιές στην οικογενειακή ιστορία του Hall χτυπούν ως περιττές (οι προσωπικές απώλειές του, φερ' ειπείν, δεν προσθέτουν ουσιαστικά τίποτα στην αφήγηση ή την στοιχειοθέτηση της έμπνευσης ή του ταλέντου του), όμως, η δύναμη της μουσικής καταφέρνει να εστιάσει τις εντυπώσεις εκεί που πραγματικά πρέπει: σε εκείνον τον ήχο που δεν κατάφερε κανείς να αντιγράψει όσο κι αν προσπάθησε και σε εκείνη την μουσική σύγκλιση που ξεπέρασε την RnB, την Funk, την Rock και την Pop για να δημιουργήσει τον ήχο του... Muscle Shoals.

Salad Days: The Birth of Punk in the Nation’s Capital
Σε κινηματογραφικούς όρους, τούτο το ντοκιμαντέρ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως prequel του "The Punk Singer". Και, όντως, η λεπτομερής καταγραφή της punk μουσικής σκηνής στην Washington, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, είναι ακριβώς αυτό στο οποίο αναφέρεται η Kathleen Hanna στην δική της εξιστόρηση και ο λόγος που η δράση της πήρε την κατεύθυνση που, τελικά, έλαβε. Βέβαια, στο "Salad Days" του Scott Crawford, ο τόνος είναι ιδιαίτερα νοσταλγικός και συναισθηματικός (παρά την φαινομενική επιθετικότητα των στίχων και της μουσικής): φωτογραφίες, βιντεοσκοπημένο υλικό και συνεντεύξεις από δεκάδες συγκροτήματα, μουσικούς, ιδιοκτήτες δισκογραφικών εταιριών, DJ's, εκδότες fanzine, αφανείς ήρωες της underground punk μουσικής παρελαύνουν μπροστά από την κάμερα του Crawford για να αφηγηθούν τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την μουσική επανάσταση, να εξηγήσουν τους λόγους που οι φορείς της ενεπλάκησαν τελικά με το ρεύμα και να αποκαλύψουν αυτά που τελικά αποκόμισαν, ασφαλείς πλέον έπειτα από το πέρασμα του χρόνου. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ακόμα και η ίδια η Washington αποτελεί έναν ξεχωριστό πρωταγωνιστή. Το τελικό αποτέλεσμα είναι σίγουρα γεμάτο πληροφορίες, προσωπικές εμπειρίες αλλά και κριτική διάθεση, όμως, η φανερή αγάπη του Crawford για το αντικείμενό του ωραιοποιεί, τελικά, τα πραγματικά γεγονότα, κάτι που ίσως να ξενίσει κάποιον αμέτοχο παρατηρητή. Ίσως, το φιλμ να είχε ανάγκη μια έντονη προσωπικότητα για να στηρίξει τον κορμό της αφήγησης (όπως για παράδειγμα συνέβη στο "Beware of Mr. Baker" ή το "The Punk Singer"), όμως, μετά από την προβολή αυτού του ντοκιμαντέρ, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την σημασία της περιόδου που επηρέασε καθοριστικά την ιστορία της punk μουσικής.

The case of the three sided Dream
Μερικές φορές, χρειάζεσαι απλά μια μοναδική προσωπικότητα για να δημιουργήσεις ένα αποστομωτικό ντοκιμαντέρ. Και το "The Case of the Three Sided Dream" του Adam Kahan είναι η απόδειξη ακριβώς για αυτό. Ο Rahsaan Roland Kirk δεν ήταν απλά ένας τζαζ μουσικός βιρτουόζος αλλά ουσιαστικά μια ορχήστρα του ενός, καταφέρνοντας να παίζει ταυτόχρονα τα πολλαπλά πνευστά όργανα γύρω από τον λαιμό του. Θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερ-ήρωας; Ο σκηνοθέτης φαίνεται να το υποστηρίζει έμμεσα ακολουθώντας στο ντοκιμαντέρ την δομή ενός άτυπου super-hero origin: έμφαση στην αρχή της πορείας (τυφλός λόγω ατυχήματος στην γέννηση, ο Kirk απέκτησε μια ιδιαίτερη σχέση με την μουσική από πολύ μικρός), αρχειακό υλικό που αποκαλύπτει το εύρος του ταλέντου του, συνεντεύξεις με συνεργάτες, φίλους και οικογένεια, ανέκδοτες ιστορίες, προσπάθεια εξήγησης των "δυνάμεών" του. Ναι, το φιλμ δεν παύει να στηρίζεται απλά στο ίδιο του το αντικείμενο και να αποτελείται ουσιαστικά από μια συρραφή δηλώσεων, όμως, δε θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς αφού η ίδια η εικόνα του Kirk αρκεί για να χαραχτεί στην μνήμη. Και αυτό δεν είναι αναμφίβολα ένα χαρακτηριστικό των σούπερ-ηρώων;

Bonus

Freddie Mercury: The Great Pretender
Αν υπήρχε βραβείο δημοφιλέστερης προβολής, πάντως, το "Freddie Mercury: The Great Pretender" δε θα είχε καν ανταγωνιστή. Σίγουρα και η προβολή του "Pulp: A Film about Life, Death and Supermarkets" ήταν μια από τις πιο δημοφιλείς επιλογές του προγράμματος, όμως, το αδιαχώρητο που επικράτησε στο Ολύμπιον και στις δύο προβολές του "Freddie..." δεν άφησε περιθώρια αμφισβήτησης του πόσο αγαπητή persona παραμένει ο Mercury, χρόνια μετά τον θάνατό του. Η καλλιτεχνική του κληρονομιά έχει πολλές φορές αναλυθεί στην μεγάλη (και την μικρή) οθόνη, αυτό που προσπαθεί, όμως, ο σκηνοθέτης Rhys Thomas επιχειρεί, κυρίως, να διαχωρίσει την δημόσια εικόνα από το ιδιωτικό πρόσωπο του Mercury και να αναδείξει τις τεράστιες διαφορές ανάμεσά τους. Σίγουρα δεν καταφέρνει να γίνει ιδιαίτερα πρωτότυπος (αλήθεια, υπάρχει κανείς που ακόμα αμφιβάλλει για την ισχύ του Mercury, ύστερα από όλο αυτό το υλικό από τις συναυλίες είτε στο Wembley, είτε στο Rio, είτε οπουδήποτε στον κόσμο;), όμως, και πάλι είναι αδύνατο να αντισταθείς σε αυτή την προσωπικότητα και να μην παρασυρθείς στον συναισθηματισμό που πηγαία αναβλύζει από την ιστορία της. Ευχάριστη έκπληξη, ωστόσο, αποτελεί μια συνέντευξη με την τραγουδίστρια της όπερας, Montserrat Caballe, η οποία σπάνια μιλά σε αντίστοιχες περιπτώσεις και η οποία έχει την ευκαιρία να αποκαλύψει μικρές αλλά άκρως ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για την συνεργασία της με τον εμβληματικό frontman. Τα υπόλοιπα, λίγο-πολύ, τα έχουμε ξαναδεί, όμως, αυτό (αποδεδειγμένα) δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθούμε να θέλουμε να τα βλέπουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...