Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Corn Island, Paris of The North, Adventure: Στιγμιότυπα από το φεστιβάλ του Karlovy Vary 2014


Αν και δεν ανήκει στην τριπλέτα των "μεγάλων ευρωπαϊκών φεστιβάλ", ούτε χαρακτηρίζεται από την αιχμηρότητα του φεστιβάλ του Ρότερνταμ, το φεστιβάλ του Karlovy Vary παραμένει ο χώρος όπου ταινίες (σε ευρωπαϊκή ή παγκόσμια πρεμιέρα) που δεν έχουν την δυνατότητα να ξεχωρίσουν ανάμεσα στα άλλα μεγάλα φεστιβάλ (κυρίως λόγω χαμηλού προφίλ), καταφέρνουν να ξεκινήσουν την φεστιβαλική τους πορεία, χωρίς υπέρμετρες πρότερες φιλοδοξίες ή προσδοκίες, απλά παρουσιάζοντας με αυτοπεποίθηση τη δουλειά τους (πχ, το περσινό αγαπημένο "A Field in England" ξεκίνησε το 2013 από εδώ την πορεία του ενώ το μεγαλύτερο βραβείο είχε κερδίσει "To μεγάλο τετράδιο"). Φέτος, την μεγαλύτερη διάκριση κατέκτησε το "Corn Island", ένα φιλειρηνικό δράμα δύο μόλις χαρακτήρων, το οποίο καταφέρνει με λιτά μέσα να αποτυπώσει μια συγκινητική ιστορία ανάμεσα στον χρόνο και τις εποχές, που αφορά τόσο τον πόλεμο όσο και την ίδια την ενηλικίωση. Παραδοσιακά, τις ταινίες του Karlovy Vary τις συναντάμε ξανά στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του Νοέμβρη, όμως, μέχρι τότε, ας πούμε μερικές πρώτες λέξεις για τις ταινίες, που έφτασαν ήδη μέχρι τα μάτια μας.


Corn Island (Simindis kundzuli) του George Ovashvili
Αναγνωρίζω ότι το μινιμαλιστικό σινεμά μπορεί να αποδεικνύεται για πολλούς πολύ άνευρο ή κενό, ανούσιο ή κουραστικό. Πού και πού, όμως, εμφανίζεται μια ταινία τόσο δυνατή και τόσο συναισθηματικά φορτισμένη, που είναι ικανή να αλλάξει την πεποίθηση μεγάλου μέρους του κοινού ότι σε αυτές τις ταινίες "δεν γίνεται τίποτα". Δεν θέλω να πω την μεγαλοστομία ότι το Corn Island είναι αυτή η ταινία αλλά σίγουρα είναι ένα φιλμ που, τουλάχιστον, θα ωθήσει στην αμφισβήτηση όσους μέχρι τώρα χαρακτηρίζονταν από απόλυτη βεβαιότητα.

Πανέμορφο, μυστικιστικό και όσο χρειάζεται φολκλόρ για να τραβήξει την περιέργεια αλλά αρκούντως οικουμενικό για να πει μια παγκόσμια ιστορία ενηλικίωσης μέσα στον πόλεμο (με φρέσκια ματιά), το φιλμ έχει ελάχιστους διαλόγους (σε τρεις γλώσσες παρόλα αυτά) αλλά αποζημιώνει με την οπτική αποτύπωση της ιστορίας, η οποία αξιοποιεί στο έπακρο την υφή φιλμ που της προσφέρει η παραδοσιακή κινηματογράφηση και πετυχαίνει στο να δημιουργήσει μια πλούσια χρωματική παλέτα για το ένα και μοναδικό σκηνικό.

Αφηγημένο σαν παραδοσιακό παραμύθι και γυρισμένο με τρόπο που, αν μη τι άλλο, σε προκαλεί να ανακαλύψεις το σχετικό knowhow, καταφέρνει με μια λιτή ιστορία να μιλήσει για το πέρασμα του χρόνου, την δύναμη της φύσης, την αλλαγή των γενεών, τα πρώτα σκιρτήματα, την απειλή του πολέμου και την αδιόρατη αίσθηση της απειλής και κλείνει την εξιστόρηση, όπως θα έπρεπε, χωρίς φανφάρες, υπερβολές και κλισέ.


Το αφαιρετικό, μινιμαλιστικό σινεμά μπορεί να είναι μια πλούσια και έντονη εμπειρία, κι ας χρειάζονται ταινίες από το Καζακστάν (και την σταθερά τίμια Αργεντινή, παρεμπιπτόντως) να μας το υπενθυμίζουν αυτό. (4*/5) (letterboxd)


Paris of the North (París Norðursins) του Hafsteinn Gunnar Sigurðsson
Έχουν βρει οι Ισλανδοί τον τρόπο να δημιουργούν τις πιο αστείες μη κωμωδίες;

Ο Hafsteinn Gunnar Sigurðsson επιστρέφει μετά τον πρωτότυπο Prince Avalanche (τον οποίο διασκεύασε με αρκετή επιτυχία στη συνέχεια και ο David Gordon Green) σε ένα ακόμα αντρικό δίπολο, για να εξερευνήσει τις μεταξύ τους τριβές, τις εσωτερικές τους ανάγκες, την ένταση της συναναστροφής τους ως αποτέλεσμα των ίδιων τους των παρελθοντικών εκκρεμοτήτων και, γενικά, να ντύσει σε έναν εύθυμο (αλλά όχι προφανή) τόνο την δραματική ανάγκη για αλλαγή που συνειδητοποιούν και οι δυο σε αυτή τη φάση της ζωής τους.

Μόνο που αυτή τη φορά, το εν λόγω δίπολο αφορά έναν πατέρα κι ένα γιο, γεγονός που εντείνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση, και δίνει την ευκαιρία στον Sigurðsson να κάνει ακόμα πιο άβολα τα δρώμενα, εκμεταλλευόμενος επιπλέον τις δυνατότητες που του προσφέρει η μικροσκοπική κοινωνία στην οποία εκτυλίσσεται η κοινωνία. Το γεγονός ότι η ομάδα των Ανώνυμων Αλκοολικών περιλαμβάνει μόλις 3 άτομα με την "ανωνυμία" να είναι πρακτικά αδύνατη, οι εναλλαγές και οι πάσες ερωτικών συντρόφων μεταξύ των πρωταγωνιστών, οι παρελθοντικές σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, δε μοιάζουν αφηγηματικά τεχνάσματα αλλά αναγκαίο κακό μιας μικροσκοπικής κοινωνίας, όπου αναγκαστικά ο καθένας έρχεται σε επαφή με τον άλλον.

Με το ισλανδικό τοπίο να ανάγεται σε επιβλητικό φύλακα αλλά και μόνιμο παρατηρητή των εξελίξεων, συνειδητοποιείς ότι ο Sigurðsson ανακυκλώνει πολλά από τα τεχνάσματα του δικού του Prince Avalanche (κυρίες στις σκηνές μοντάζ που εμβαθύνουν στο δέσιμο των χαρακτήρων) και ακολουθεί μια λίγο πολύ προδιαγεγραμμένη αφηγηματική γραμμή αλλά, στην τελική, δεν σε απασχολεί ιδιαίτερα καθώς οι δύο χαρακτήρες προκύπτουν αληθινοί, χιουμοριστικοί και, ταυτόχρονα, απόλυτα απελπισμένοι μπροστά στο τέλμα της προσωπικής τους ιστορίας. Εξάλλου, κάθε προφανή στιγμή λεκτικής σύγκρουσης, ο Sigurðsson την ισορροπεί με ενδείξεις περισσότερο υπαινικτικής απελπισίας, όπως τα εκτενή tracking shots τρεξίματος του Hugi.

Το πιο βασικό, όμως, είναι πως ο σκηνοθέτης καταφέρνει να βρει εκείνη την ισορροπία που κάνει το φιλμ του να μοιάζει μεν σοβαρό αλλά όχι σοβαροφανές, κάτι που κάνει την ταινία άτυπη κωμωδία, χωρίς να υπάρχει ούτε μια στιγμή κραυγαλέου αστείου. Επομένως, έχουν βρει όντως οι Ισλανδοί τον τρόπο να δημιουργούν τις πιο αστείες μη κωμωδίες; Δεν είμαι ακόμη απόλυτα σίγουρος αλλά σίγουρα βαδίζω τον δρόμο προς το "ναι". (3*/5) (letterboxd)


Adventure (Priklyuchenie) του Nariman Turebayev
Οι "Λευκές Νύχτες" του Ντοστογιέφκσι μεταφέρονται στο Καζακστάν του σήμερα, αφαιρούν από την αφήγησή τους τις περισσότερες λεπτομέρειες για να επικεντρωθούν μόνο στην δομή των τεσσάρων ημερών όπου αγόρι γνωρίζει κορίτσι που δεν είναι ακριβώς για τα μέτρα του και μετατρέπονται (μινιμαλιστικά) σε ένα φιλμ περισσότερο για την έννοια της αγάπης και της μοναξιάς παρά για έναν όντως κεραυνοβόλο (έστω και μονόπλευρο) έρωτα. "Περιπέτεια"; Ούτε κατά διάνοια.

Το ντεμπούτο του Nariman Turebayev ακολουθεί σαφώς χαμηλούς τόνους μακριά από το overstatement του τίτλου αλλά καταφέρνει να παραμείνει ειλικρινές, να δει με συμπάθεια και συμπόνια τους πρωταγωνιστές του και να γίνει μια "καλοκαιρινή" ταινία, όπου η βαρεμάρα και η άδεια πόλη δίνει την αφορμή για μια ιστορία ανακάλυψης και συγκαλυμμένων προσωπικών επιθυμιών: η επικίνδυνη κοπέλα, ο νέος που δεν ξέρει που πάει να μπλέξει, η επεισοδιακή νύχτα, η μέρα της αναμονής.

Το ωραίο είναι ότι ο Turebayev αποφεύγει τα κλισέ (ακόμα κι όταν θεωρείς ότι θα υπάρξει καβγάς, το σενάριο παίρνει άλλη τροπή) και τις μεγαλοστομίες και προσπαθεί να ανακαλύψει απλά τις κοινές στιγμές των δύο πρωταγωνιστών και να διαβάσει τι συμβαίνει πίσω από τα μάτια τους, χωρίς να δίνει πολλές πληροφορίες για το παρελθόν τους ή έστω τις πραγματικές προθέσεις τους. Αυτές οι τέσσερις νύχτες είναι απλά ένα θερινό στιγμιότυπο που θα μείνει στην ανάμνηση, όχι η ιστορία μιας ζωής, και αυτή η χαλαρή προσέγγιση δίνει την ευκαιρία στον Turebayev να γίνει πιο καίριος και, τελικά, ουσιαστικός.

Οι δύο πρωταγωνιστές είναι περισσότερο δύο μοναχικοί άνθρωποι που αναζητούν να ανακαλύψουν την έννοια της αγάπης παρά ένα ερωτοχτυπημένο ζευγάρι και αυτό που, τελικά, χρειάζεται είναι να δει κάποιος την ταινία χωρίς την ταμπέλα μιας ιστορίας πάθους ώστε να ανακαλύψει μικρές, ρομαντικές αλήθειες κρυμμένες μέσα στην νωθρότητας ενός καλοκαιριού. Η ταινία σαφώς και δεν είναι ένα αριστούργημα της τέχνης (ο ρυθμός του χρειάζεται ένα πείραγμα) αλλά σίγουρα είναι ένα στιγμιότυπο ζωής, όπου μικρά, καθημερινά πράγματα λαμβάνουν την διάσταση που τους αρμόζει. Οπότε, γιατί όχι; *συνοδεύεται κι από χαμογελαστό emoji* (3*/5) (letterboxd)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...