Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

George Miller's Mad Max: The Complete Race

Τα trailers του επερχόμενου "Mad Max: Fury Road" χαρακτηρίζουν τον George Miller ως "Mastermind" ή, σε ελεύθερη απόδοση, ως ιδιοφυή σκηνοθέτη. Και, όντως, ξαναβλέποντας την πρωτότυπη τριλογία, δεν είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσει κανείς το γιατί. Το πρώτο Mad Max, παρά τον ελάχιστο προϋπολογισμό του δημιούργησε εξαρχής έναν ολόκληρο κόσμο, κατάφερε να συγκεκριμενοποιήσει ένα ολόκληρο οπτικό στυλ, πραγματοποίησε μερικές από τις πιο τραχείς σκηνές δράσης της εποχής και έδωσε μια υπόσχεση για καλύτερα πράγματα, αν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Ευτυχώς, δύο χρόνια μετά, μετά από την απρόσμενη επιτυχία αυτού του παρακλαδιού της grindhouse σκηνής, το οποίο λόγω αυστραλέζικης προέλευσης, ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίστηκε ως oz-ploitation, οι υποσχέσεις έπιασαν τόπο και το πραγματικό αριστούργημα που κρυβόταν στο μυαλό του George Miller κατάφερε να αποκαλυφθεί. Μαζί με αυτό, ένας αφανής ηθοποιός από την Αυστραλία ονόματι Mel Gibson βρήκε το εισιτήριο για το stardom, αμέτρητες ταινίες ανακάλυψαν μια ανεξάντλητη πηγή επιρροής τόσο σε ύφος όσο και σε στυλ και ο μουσικός κόσμος έγινε καλύτερος, αγκαλιάζοντας για πάντα το "We don't need another hero" της Tina Turner.


To Frame Game περιμένοντας το έπος της φετινής blockbuster εποχής, ξαναείδε όλα τα φιλμ της σειράς του Mad Max, σημείωσε τις σκέψεις του ανάμεσα στην έκρηξη της αδρεναλίνης και την μυρωδιά της βενζίνης και δημιούργησε το ημερολόγιο ενός franchise που επηρέασε περισσότερο από όσο πιστεύει κανείς τόσο το είδος όσο και τον ίδιο τον κινηματογράφο δράσης. Τόσο ιστορία εκδίκησης και δυστοπικό western όσο και απομεινάρι grindhouse αλλά και ταινία φαντασίας, η σειρά ποτέ δεν φοβήθηκε να τολμήσει ή να δοκιμάσει νέα πράγματα (ή απλά να ανεβάσει υπέρμετρα τον πήχη), χωρίς να έχει πάντα επιτυχία, αλλά αρνούμενη συνεχώς να συμβιβαστεί με τις κατεστημένες εικονογραφήσεις. Και, ανεξαρτήτως, του αποτελέσματος, ναι, αυτό είναι χαρακτηριστικό ενός mastermind σκηνοθέτη. Με βάση το αποτέλεσμα, όμως, αποδεικνύεται ότι τελικά, αυτό είναι και το χαρακτηριστικό ενός ιδιοφυή σκηνοθέτη.

Mad Max (1979)
Ο πρώτος Mad Max (letterboxd) της ιστορίας δεν είναι ακριβώς μια μετα-αποκαλυπτική ιστορία. Θα ήταν πιο ακριβές να πούμε ότι είναι μια ιστορία που διαδραματίζεται κατά την διάρκεια μιας οικονομικής κατάρρευσης, λίγο πριν το όριο της Αποκάλυψης. Εξάλλου, τίποτα περισσότερο από ένα ασαφές "μερικά χρόνια από τώρα" δεν περιγράφει το κόσμο της ταινίας, ο οποίος χτίζεται σταδιακά από την στιγμή που ξεκινά η πρώτη μόλις αυτοκινητιστική καταδίωξη, λίγα δευτερόλεπτα μετά την έναρξη της ταινίας. Αντιθέτως. το Mad Max, στην ουσία του, είναι απλά ένα origin story, που παρουσιάζεται ως απάντηση στην συνεχή επισήμανση της ταινίας ότι "δεν υπάρχουν ήρωες" και, τελικά, μια ιστορία επιβίωσης που δεν απέχει και πολύ στο κλίμα από τον "Σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι" του Tobe Hooper, μόνο που εδώ η γραμμή μεταξύ θύματος και θύτη θολώνει επικίνδυνα.

Και, όντως, η ιστορία του Max δε θα μπορούσε να είναι πιο τυπική ιστορία "δημιουργίας ήρωα" καμουφλαρισμένη μέσα σε ένα σκηνικό παράνοιας και τρόμου, καθώς ακολουθεί τον χαρακτήρα σε μια πορεία σταδιακής εξάλειψης των πολιτισμικών αγκυρών του και τον σπρώχνει σταδιακά όλο και περισσότερο στον κόσμο της αγριάδας, που ο ίδιος θέλει απεγνωσμένα να αποφύγει. Το ωραίο είναι ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Miller ενσωματώνει σχεδόν όλα τα στοιχεία του Australian New Wave των 70ς: από την φρεσκάδα και την τραχύτητα της απόδοσης μέχρι την αποτύπωση των αχανών Αυστραλέζικων εκτάσεων ως κενούς χώρους και από την ξαφνική βία μέχρι την ευθεία αφήγηση με τα απότομα κοψίματα και τις σχεδόν avant-garde επιρροές στο μοντάζ, τα πάντα προσδίδουν στο Mad Max μια αίσθηση μεγαλείου που ξεπερνά την ίδια την ταινία, η οποία κάνει φιλότιμες προσπάθειες να μην αφήσει το μικροσκοπικό της budget να περιορίσει το όραμά της (μέχρι να έρθει το Blair Witch Project στο κινηματογραφικό σύμπαν, το Mad Max ήταν η πιο προσοδοφόρα περίπτωση no-budget ταινίας στην ιστορία). 

Το πέρασμα του χρόνου σίγουρα έχει επηρεάσει την ταινία και έχει αποκαλύψει αρκετά από τα προβλήματά της (το κυριότερο από τα οποία είναι μάλλον η προσπάθεια ανάπτυξης ενός χαρακτήρα σε έναν παρανοϊκό κόσμο που αποζητά με πάθος περισσότερη προσοχή πέρα από την επισήμανση τυχαίων punk εγκληματιών αλλά και οι αυξομειώσεις στον ρυθμό που εναλλάσσουν στιγμές ευφυΐας με επιβεβλημένες ήρεμες στιγμές λόγω περιορισμών πόρων), όμως, η κοινή βάση παραμένει μία: το Mad Max είναι μια έκρηξη αδρεναλίνης, μια διεστραμμένη εκδοχή σινεμά του δημιουργού και η απόδειξη του πώς ένας ικανός σκηνοθέτης μπορεί να ελιχθεί ανάμεσα στα είδη για να πει την ιστορία του χωρίς να φοβάται τα κλισέ ενός genre. 

Mad Max 2: The Road Warrior (1981)
Τι λέγαμε προηγουμένως για τα μειονεκτήματα του Mad Max; Ξεχάστε τα όλα. Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του φιλμ, ο George Miller επιστρέφει ξανά στον δυστοπικό κόσμο της Αυστραλέζικης ερήμου για να δημιουργήσει ουσιαστικά την ταινία που εξαρχής είχε στο μυαλό του και να διορθώσει όλα όσα δεν έγιναν όπως θα ήθελε την πρώτη φορά, κυρίως λόγω των περιορισμών του budget. Το πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι εδώ σχεδόν αντιστρέφει τις παραμέτρους της πρώτης ταινίας. Σε αντίθεση με το Mad Max του 1979, ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα του Mad Max 2: The Road Warrior (letterboxd), ο Miller μας παραθέτει μια πλήρη περιγραφή της κατάστασης του κόσμου, τους λόγους της κατάρρευσης, τις μαχόμενες πλευρές, τον πόλεμο για τα καύσιμα, το τέλος του πολιτισμού. Αντιθέτως, αλλά πάλι σε αντίστροφη αντιστοιχία με την πρώτη ταινία, μετατρέπει τον Mad Max σε μια σκοτεινή φιγούρα, έναν εκδικητή της Ερήμου, χωρίς πολλές λεπτομέρειες για την δημιουργία του και χωρίς να τον αφορά καν το παρελθόν του. Ο Max δεν είναι πια ένας κάποιος Max που ζητά εκδίκηση για τον χαμό της οικογένειάς του. Είναι, αντ'αυτού, ένας μοναχικός, λιγομίλητος πιστολέρο σε μια κατεστραμμένη Δύση χωρίς κανόνες και το Road Warrior έχει πλέον μετατραπεί σε ένα μετα-αποκαλυπτικό western που δεν μειώνει ποτέ ταχύτητα.

Αυτό είναι το δεύτερο σημείο διαφοροποίησης. Ενώ το πρώτο Mad Max ξεκινούσε και τελείωνε με δύο υποδειγματικές σκηνές καταδίωξης στους ευθείς, αχανείς δρόμους της Αυστραλίας, το ενδιάμεσο κομμάτι του φιλμ έψαχνε να βρει κάτι εξίσου εντυπωσιακό για να γεμίσει τον χρόνο χωρίς να το καταφέρνει απόλυτα. Το Road Warrior δεν κάνει το ίδιο λάθος και στήνει όλη την δομή του σε συνεχώς κλιμακούμενες καταδιώξεις, αναγνωρίζοντας χωρίς περιστροφές ότι αυτό είναι το καλύτερο που έχει να προσφέρει. Και, όντως, αν το πρώτο Mad Max ήταν μια ένεση αδρεναλίνης, το Road Warrior είναι μια πυρηνική έκρηξη έντασης, μια υποδειγματική χρήση της δράσης ως κινητήριο μέσο της πλοκής και η απόδειξη της ικανότητας του Miller να χορογραφεί την ταχύτητα με το δράμα μιας ταινίας χαρακτήρων. Γιατί η ταχύτητα, η ένταση και η δράση στο φιλμ είναι οι χαρακτήρες και δεν χρειάζεται καμία άλλη αιτιολόγηση για να δικαιολογήσει το αριστούργημα που τελικά προκύπτει.

Ανάμεσα στις εκρήξεις και την σκόνη και την βενζίνη που σχεδόν μυρίζει κανείς μέσα από την οθόνη, ο Max του Mel Gibson αποκτά το εμβληματικό status για το οποίο από την αρχή προοριζόταν και αποκτά μυθικές διαστάσεις, τις οποίες αναγνωρίζει και το ίδιο το φιλμ, ορίζοντας την αρχή και το τέλος της ταινίας σε ένα αφηγηματικό πλαίσιο που θεωρεί τον Max κομμάτι της ιστορίας. Και, όντως, το αποφασιστικό του ύφος σε συνδυασμό με τα εκφραστικά μάτια και τους ελάχιστους διαλόγους δημιουργούν έναν ήρωα που περισσότερο ορίζεται από την εντύπωση που αφήνει στους άλλους παρά από τις ίδιες του τις πράξεις, κάτι το οποίο έρχεται να συμπληρώσει και ουσιαστικά να αντικρούσει την επισήμανση περί έλλειψης ηρώων στην εποχή της "τρέλας", δημιουργώντας έναν χαρακτήρα που δεν είναι ούτε ήρωας ούτε αντι-ήρωας, αποτελεί όμως σε κάθε περίπτωση μύθο. Μπορεί ο Max να μην καταφέρνει να βρει ούτε οικογένεια, ούτε και την ψυχή του στο τέλος, όμως, η ιστορία έχει ήδη αρχίζει να χτίζεται πάνω στις πλάτες του.

Mad Max Beyond Thunderdome (1985)
Εχμ, το Mad Max Beyond Thunderdome (letterboxd) είναι μια περίεργη ταινία, ακόμα και για τα δεδομένα του Mad Max. Έχει καμήλες και καραβάνια της ερήμου, έχει πόλεις όπου το λαθρεμπόριο κάνει χρυσές δουλειές, έχει (φυσικά) οχήματα που συνδυάζουν την punk αισθητική της κληρονομιάς του franchise με την 80ς extravagganza της μόδας της εποχής, έχει νάνους που ελέγχουν βίαιους γίγαντες, έχει μια πόλη κάτω από την πόλη που παράγει ενέργεια από σκατά (κυριολεκτικά), έχει μονομαχίες μέσα σε ένα θανάσιμο θόλο που παίρνει τον ρόλο της δικαιοσύνης και έχει και την Tina Turner (σε ένα από τα πιο ιδιοφυή casting που υπήρξαν ποτέ) στον ρόλο ενός μονάρχη που είναι τόσο ικανή στο να σκοτώνει κόσμο όσο και να ισορροπεί σε ψηλοτάκουνα τακούνια στην μέση της ερήμου. Και αυτή είναι μόνο η μισή ταινία! Γιατί στο δεύτερο μισό, το φιλμ εγκαταλείπει το Tunhderdome και, ουσιαστικά, μετατρέπεται στην "Πόλη των χαμένων παιδιών" πριν από την "Πόλη των χαμένων παιδιών", θυμίζοντας κατά πολύ την προσέγγιση που θα είχε κάποιος Jean-Pierre Jeunet ένας άλλος Steven Spielberg σε αυτή την θεματική για να επιστρέψει λίγο πριν το τέλος σε γνώριμα Miller-ικά μονοπάτια για την τελική, θεαματική (και χαρακτηριστική) καταδίωξη.

Ουσιαστικά, το τρίτο Mad Max είναι μια περίεργη ταινία γιατί είναι και δεν είναι όλα αυτά που έχουμε μάθει να περιμένουμε από αυτό το σύμπαν. Ναι, κατά στιγμές είναι το ίδιο νιχιλιστικό και το ίδιο τραχύ, όπως μας έχει συνηθίσει και στο παρελθόν. Και, στη μεγαλύτερη διάρκειά του, απασχολείται με τα ίδια πράγματα που το απασχολούσαν και στο παρελθόν και, κυρίως, αυτόν τον θολό ηθικό κώδικα τιμής που επικρατούσε σε έναν μετα-αποκαλυπτικό, μετά-πολιτιστικό κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, για πρώτη φορά, ο Max κοιτάει το μέλλον. Για πρώτη φορά από την αρχή της διαδρομής του, αρχίζει να σκέφτεται πως ίσως υπάρχει τρόπος για να πάρει πίσω την ψυχή του. Η μυθική του διάσταση παραμένει (αν και πλέον εξετάζεται κριτικά, ο μύθος είναι ο ίδιος ή απλά θέλει να φέρει τον εαυτό του στα μέτρα του μύθου;), όμως, η κληρονομιά του έρχεται πια να αποτελέσει ακόμα μια παράμετρο εξέτασης της ηθικής του. Αυτό μπορεί να χτυπάει ως υπερβολικά μελιστάλαχτο στα πλαίσια ενός κυνικού κόσμου και, όντως, η ταινία από σκοτεινή και μισάνθρωπη κινδυνεύει να μετατραπεί σε παιδική ταινία φαντασίας για λίγο (καλώς ήρθες στο Hollywood, Αυστραλία της Αποκάλυψης), όμως, από την άλλη πλευρά, ίσως είναι και η μοναδική σωτηρία για τον ίδιο τον Max.

Όλες αυτές οι αντίρροπες δυνάμεις, μετατρέπουν τελικά το Beyond Thunderdome σε μια άνιση ταινία, όπου μπορεί να μην λειτουργούν όλα ιδανικά και σε απόλυτη ισορροπία, δημιουργούν, όμως, μια αίσθηση απρόβλεπτου και ένα ενδιαφέρον εικόνισμα της πρώτης ταινίας, όπου το μόνο μέλλον ήταν η καταστροφή. Κατά κάποιον τρόπο, το φιλμ είναι ο καθρέφτης της απαισιοδοξίας της πρώτης ταινίας και η ενδεχόμενη απάντηση σχετικά με το πραγματικό μέλλον της κληρονομιάς του Max. Εξάλλου, από ιστορία εκδίκησης σε μετα-αποκαλυπτικό western και τελικά σε δυστοπικό fantasy, το franchise του Mad Max δεν φοβόταν να αποδεχθεί την αλλαγή ακόμα κι αν αυτό οδηγούσε σε δύσβατες περιοχές. Στο τέλος, ο Max θα χαθεί και πάλι στην έρημο για να εμφανιστεί σε ανύποπτη στιγμή, όμως, ο θρύλος θα συνεχίζει να εμπλουτίζεται με παρανοϊκά (αν και ετερόκλιτα) επεισόδια. Ποιος είπε, τελικά, ότι δεν υπάρχει μέλλον σε αυτό τον κόσμο;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...