Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Festival Review: Killers των Kimo Stamboel και Timo Tjahjanto (aka The Mo Brothers)

To Killers έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του πριν δύο βδομάδες στο φεστιβάλ του Sundance εν μέσω ενθουσιωδών αντιδράσεων που μιλούσαν για ότι καλύτερο, αγωνιώδες, ματωμένο και αρρωστημένο είχε παρουσιάσει η Ασία τα τελευταία χρόνια. Γυρισμένο εξ ημισείας στο Τόκιο και την Τζακάρτα, το φιλμ ακολουθεί την παράλληλη πορεία δύο ανδρών, ο ένας επαγγελματίας δολοφόνος, ο δεύτερος αγανακτισμένος camera-man που παίρνει απρόσμενα τον νόμο στα χέρια του, μέχρι αναπόφευκτα οι διαδρομές του συγκρουστούν. Τι κάνει, όμως, ξεχωριστή την υπόθεση; Ότι και οι δυο βιντεοσκοπούν τα εγκλήματά τους, τα ανεβάζουν online και ξεκινούν έναν άτυπο ανταγωνισμό ή μια παραλλαγή στο θέμα δάσκαλου/μαθητή, αν προτιμάς, ξεπερνώντας όλο και περισσότερο τον εαυτό τους. Είναι όμως, όντως, τόσο καλό ως φιλμ;


Πριν απαντήσουμε, ας δούμε το ανθρώπινο δυναμικό που εμπλέκεται στην παραγωγή. Μία ματιά στους executive producers, προϊδεάζει για το τελικό αποτέλεσμα. Από την μια, ο Yoshinori Chiba αναλαμβάνει το Ιαπωνικό κομμάτι της ταινίας για λογαριασμό της Nikkatsu. Το βιογραφικό του ως παραγωγός των Cold Fish και Guilty of Romance (του Sion Sono) αλλά και των πιο ακραίων Tokyo Gore Police και Machine Girl δίνει τις υποσχέσεις που χρειάζεται για να περιμένουμε κάτι βίαιο, σαδιστικό αλλά και, ταυτόχρονα, έξυπνο. Από την άλλη, στο κομμάτι της Τζακάρτα, βρίσκουμε πίσω από την παραγωγή τον Gareth Evans του The Raid (και του επερχόμενού του sequel), γεγονός που μαρτυρά πως η δράση της ταινίας θα είναι σίγουρα ιλιγγιώδης, θεαματική και... ωμή. Το κερασάκι στην τούρτα είναι το πρωταγωνιστικό δίδυμο, Kazuki Kitamura και Oka Antara, που ξανασυνεργάζονται στην ίδια ταινία, μετά την κοινή τους εμφάνιση στο (απρόβλητο ακόμα στην Ελλάδα)... The Raid 2: Berandal! Επομένως, όλα φαίνονται να περιστρέφονται γύρω από την βία, την διαστροφή και (ίσως) την κριτική της κοινωνίας και των ανθρώπων της μέσα από αυτές.

Η υπόθεση ξεκινά όταν ο Bayu, ένας φιλήσυχος camera-man στην Τζακάρτα που προσπάθησε να αποκαλύψει τα εγκλήματα ενός μαφιόζου αλλά απέτυχε, ανακαλύπτει online ένα βίντεο δολοφονίας, με προέλευση την Ιαπωνία. Όταν ο ίδιος βρίσκεται ξαφνικά θύμα επίθεσης με αποτέλεσμα να σκοτώσει στην μάχη που ακολουθεί τους δράστες του, νιώθει την ανάγκη να ανεβάσει τα νεκρά τους σώματα στο ίδιο site. Όπως είναι φυσικό, τραβάει αμέσως την προσοχή του serial killer Nomura από την Ιαπωνία, ο οποίος τον ωθεί ουσιαστικά σε ένα βίαιο παιχνίδι ανταγωνισμού, όσο ο Bayu αποφασίζει να πάρει τον νόμο στα χέρια του και να επιστρέψει σε εκείνη την υπόθεση που δεν είχε καταφέρει να ολοκληρώσει. Η εξέλιξη φυσικά δεν πρόκειται να μην είναι τραγική και για τους δυο τους ενώ οι ζωές τους, αν επιβιώσουν, σίγουρα θα έχουν αλλάξει για πάντα.

Αρχικά, το φιλμ φαίνεται να είναι χωρισμένο στα δύο. Το κλινικά καθαρό Τόκιο, τα έντονα φώτα και τα ανοιχτά χρώματα έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την βρώμικη και μουντή Τζακάρτα, όπου το φως δείχνει να έχει θέση παρείσακτου. Σε μια ενδιαφέρουσα ανατροπή, όμως, οι χαρακτήρες της κάθε πόλης μοιάζουν να εκφράζουν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που εκείνες αναδύουν. Ο Nomura, από την μια πλευρά, είναι συνειδητοποιημένος serial killer, βιντεοσκοπεί τα εγκλήματά του με ψυχραιμία που τρομάζει και δεν έχει το παραμικρό ίχνος τύψεων για τις πράξεις του, απόλυτα βέβαιος για το σκοτάδι στην ψυχή του. Αντιθέτως, ο Bayu, παρά την ηθική διαφθορά και το "σκοτάδι" στην Τζακάρτα, κινείται με άξονα το δίκαιο και καλύπτει τα εγκλήματά του κάτω από έναν αμφισβητήσιμο αλλά υπαρκτό ηθικό κώδικα.

Αυτό δίνει την ευκαιρία στην ταινία να δημιουργήσει ένα δίπολο, ικανό να δώσει ώθηση στα σχεδόν 140 λεπτά της, όσο εκείνη εξερευνά την δυναμική μεταξύ δύο τόσο διαφορετικών αλλά και όμοιων ανθρώπων ενώ ο αριθμός των νεκρών αρχίζει να πληθαίνει και τα ρίσκα να γίνονται όλο και υψηλότερα. Στην θεματική του, το φιλμ μοιάζει τελικά περισσότερο ιαπωνικό αλλά στην εκτέλεσή του επικρατεί η ακατέργαστη δράση που θα έβρισκε κανείς σε περισσότερο νοτιοανατολικές περιοχές της Ασίας. Όσο από σκηνή σε σκηνή το ύφος αλλάζει, η ταινία όλο και περισσότερο μεταδίδει την εσωτερική πάλη μεταξύ των πρωταγωνιστών, όλο και περισσότερο μοιάζει και η ίδια σχιζοφρενής, όλο και περισσότερο εγκλωβισμένη ανάμεσα σε αυτό που προστάζουν οι ορμές και όσα απαγορεύει η λογική. Σταδιακά, το Killers γίνεται οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του, αποκτά όλο και πιο σαδιστικές τάσεις, εξερευνά μέχρι των άκρων τα όρια των πρωταγωνιστών του και μέχρι να φτάσει στο φινάλε που θα δώσει την λύση (;) του δράματος έχει γίνει κάτι ολότελα σκοτεινό και τρομακτικό.

Η μόνη μου ένσταση είναι ότι μερικές φορές, η ταινία καταφεύγει στην εύκολη λύση για να δώσει δραματουργική ώθηση. Κάποιες εξελίξεις φαντάζουν αρκετά βολικές για την συνέχεια των γεγονότων ενώ κάποιες άλλες φαντάζουν σαν να γίνονται κυρίως για να σοκάρουν. Λογικό και αναμενόμενο το σοκ, βέβαια, δεδομένης της υπόθεσης του φιλμ, όμως, θα έπρεπε να προκύπτει πιο οργανικά και όχι επειδή defacto αυτός είναι ο τρόπος λειτουργίας των ηρώων. Ως αντιστάθμισμα, το απρόσμενο χιούμορ ορισμένων σκηνών (όταν πχ ο Nomura προσπαθεί να αναισθητοποιήσει ένα θύμα του και να αποφύγει ταυτόχρονα δύο ενοχλητικούς αστυνομικούς) απαλύνει μερικώς την περιγραφή των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων, χωρίς, όμως, ποτέ να αγνοεί την σκοτεινή τους φύση. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Killers προσφέρει μερικά από τα πιο έντονα 140 λεπτά που είδαμε τελευταία στον κινηματογράφο, επιβεβαιώνοντας την ικανότητα των Mo Brothers να ισορροπούν ανάμεσα στην δράση και τα ψήγματα horror και αποτελεί μία ταινία που θα μας απασχολήσει σίγουρα πολύ μέσα στην χρονιά που διανύουμε. (3,5*/5)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...