Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

L' Apollonide, o "Οίκος Ανοχής" του Bertrand Bonello και η ύπουλη δύναμη των εικόνων.

Ανέκαθεν στην φιλμογραφία του Bertrand Bonello υπήρχε έντονη παρουσία του σεξ, της βίας και της γενικότερης παρουσίας γυναικών που υποφέρουν, όπως απέδειξαν περίτρανα ο Πορνογράφος και η Τειρεσία. Παρόλα αυτά, με το τελευταίο του δημιούργημα, τον «Οίκο Ανοχής» και το χαρακτηριστικό όνομα L’ Apollonide, αν και δεν ξεφεύγει από την συνήθη θεματική του, ο Bonello αποφασίζει να διατηρήσει μια περισσότερο ψυχρή, αντικειμενική οπτική και να προσφέρει μία χαλαρά δομημένη ιστορία, αφήνοντας χαρακτηριστικές εικόνες και τις λεπτομέρειες των κάδρων να μεταδώσουν την υποβόσκουσα ένταση, απόφαση που εξ’ αρχής είναι καταδικασμένη να διχάσει αλλά και να προσφέρει σε όσους αποφασίσουν να αφεθούν στην αφήγησή του μία σειρά ιδιαίτερα, τελικά, επιβλητικών και υποβλητικών στιγμιότυπων που στιγματίζουν το μυαλό για πολύ καιρό μετά την ολοκλήρωση της προβολής υπό τους ήχους του Lee Moses.

Ο Apollonide, είναι ένας πολυτελής οίκος ανοχής, στην δύση του 19ου αιώνα, όπου οι κοπέλες διαμένουν, εργάζονται και διατηρούν μεταξύ τους στενές σχέσεις σε μια ιδιότυπη μορφή οικογενειακής δομής. Υπό την διαχείριση της Μαντάμ (Noémie Lvovsky), η Αλγερινή Samira (Hafsia Herzi), η παραμορφωμένη Mathilde (Alice Barnole), η Julie ή αλλιώς Kaka λόγω των ερωτικών της συνηθειών (Jasmine Trinca), η Clotilde (Celine Sallette), η Lea (Adele Haenel) αλλά και η νεώτερη προσθήκη στο σύνολο, η δεκαεξάχρονη Pauline (Iliana Zabeth) αποτελούν ουσιαστικά μία επιχείρηση, που αρχίζει να αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα βιωσιμότητας όταν η κοινωνία στις αρχές του 20ου αιώνα αρχίζει να αλλάζει. Κάθε μέρα, το πρωί τρώνε, κουτσομπολεύουν, χαζολογούν, πλένονται κι ετοιμάζονται για την απογευματινή επίσκεψη των πελατών τους, φροντίζοντας να δημιουργούν εκείνες τις φαντασιώσεις που ίσως μια μέρα κάνουν κάποιον να τις ερωτευτεί, να πληρώσει τα χρέη τους προς την Μαντάμ και να τους δωρίσει τον έξω κόσμο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η άφιξη της Pauline υπόσχεται να φέρει έναν αέρα ανανέωσης στην «οικογένεια», ιδιαίτερα όταν αρχίζει να φαίνεται ότι η Pauline διαθέτει πολύ περισσότερη αίσθηση της πραγματικότητας από τις υπόλοιπες, αποφασισμένη να διατηρήσει τον εαυτό της χωρίς χρέη και υποχρεώσεις προς την Μαντάμ, με στόχο να έχει πάντα την δυνατότητα να φύγει όποτε το θελήσει.

Ο Bonello συνειδητά δεν διατηρεί έναν ενιαίο αφηγηματικό ιστό στην ιστορία, αποφασίζοντας να διηγείται παράλληλα τις καθημερινές ιστορίες των Απολλωνιδών, προβάλλοντας έναν φαινομενικό λήθαργο που διακατέχει την ταινία σε όλη της την διάρκεια και αποπνέει και την καθημερινή αίσθηση των ίδιων των γυναικών. Μία από αυτές, εξάλλου, κάνει συστηματική χρήση οπίου για την εξομάλυνση των σκέψεων και του πόνου της. Παράλληλα, ο Bonello διακόπτει την ροή με εμβόλιμες κατακερματισμένες σκηνές, μπλέκοντας το ονειρικό με την πραγματικότητα και φροντίζοντας να κάνει ενέσεις σουρεαλισμού στις καθημερινές σκηνές του Apollonide, όπως με τον περιφερόμενο κατοικίδιο μαύρο πάνθηρα. Τα ημίγυμνα ή γυμνά κορμιά που κατακλύζουν την οθόνη δεν φαίνονται προκλητικά ποτέ και η κινηματογράφηση δεν έχει σαν στόχο την εκμετάλλευση της σαρκικής έκθεσης, γεγονός που μπορεί να θεωρηθεί και ως έκπληξη δεδομένης της κινηματογραφικής παρακαταθήκης του σκηνοθέτη. Για τον Bonello, ο «Οίκος Ανοχής» δεν είναι ευκαιρία για την δημιουργία μίας ακόμη ταινίας για τον ερωτισμό και το σεξ, αλλά για την διαφορετική θεώρησή τους από κάθε άνθρωπο και την αντιμετώπιση της κατάστασης ως επιχείρηση, βιομηχανία και κατάσταση συναισθηματικού εγκλεισμού.

Το γεγονός ότι σχεδόν όλη η ταινία είναι γυρισμένη εντός των τοίχων του Apollonide, της προσδίδει την απαραίτητη αίσθηση κλειστοφοβίας και της έλλειψης διαφυγής, με τις κοπέλες να έχουν την διαρκή ελπίδα ότι κάποιος από τους πλούσιους πελάτες θα τους δώσει το εισιτήριο μιας νέας ζωής. Η πλήξη της καθημερινότητας αποδίδεται με νωχελικούς ρυθμούς, οι επισκέψεις των πελατών προβάλουν όντως την ατμόσφαιρα μιας αγοράς και τα απροσδόκητα οπτικά gag αναταράζουν τις ασφαλές εξελίξεις. Το μπάνιο σε μία μπανιέρα γεμάτη σαμπάνιες, η χρήση των μασκών και το υποβόσκον μυστήριο, τα παιχνίδια των ρόλων και η δημιουργία ψεύτικων χαρακτήρων, η σοκαριστική εναρκτήρια σκηνή που στιγματίζει για πάντα την Mathilde, ο τρόπος που μια κοπέλα φαίνεται να κλαίει σπάζοντας κάθε δεσμό με την πραγματικότητα, αλλά και το σύνολο των κοριτσιών που χορεύουν στους αναχρονιστικούς ήχους του Nights in white satin δημιουργούν σκηνές που έχουν έντονο συναισθηματικό αντίκτυπο στον θεατή, ενώ παράλληλα φαντάζουν ψυχρές, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού. Αυτές οι σκηνές είναι και στην τελική η μεγαλύτερη δύναμη για το L’ Apollonide και όχι τόσο η αναφορά στο παρελθόν της βιομηχανίας του ερωτισμού ή η περιγραφή του τέλους μιας εποχής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, αποτελεί ένα φιλμ που όταν καταφέρει να στήσει την οδό επικοινωνίας με τον θεατή, οι δεσμοί του είναι ισχυροί και πραγματικά ανεξήγητα έντονοι. Proceed with caution.

2 σχόλια:

  1. υπέροχη κριτική. εμένα με σόκαρε πιο πολύ η γραφική βια χωρίς όρια και με μάγεψε η τελική σκηνή με τα δάκρυα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ :)) Ισχύει αυτό που λες, ακόμα απορώ πώς με επηρέασε τόσο, τρομερή εικονογράφηση και υποβλητικότητα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...