Πέμπτη, 17 Μαΐου 2012

Ριβιουπόστ #5/2012: Dark Shadows and stuff.

Δύσκολο να ασχοληθεί κανείς με κάτι mainstream μετά την αποθέωση του Avengers, δύσκολο και να έχει κανείς κάτι πιο φεστιβαλικό στο μυαλό του από το Φεστιβάλ των Καννών, που ξεκίνησε χθες και ήδη έχει αρχίσει να αποκαλύπτει μία μία τις ταινίες του διαγωνιστικού του (οι πρώτες πληροφορίες λένε τα καλύτερα τόσο για το Moonrise Kingdom του Wes Anderson όσο και για το De rouille et d' os (rust and bone) του Jacques Audiard, Θέμου, σταματήστε με βγαίνω από το θέμα). Παρόλα αυτά, η νέα ταινία του Tim Burton παραμένει ένα μίνι γεγονός και ηγείται του παρόντος μαζικού ριβιουπόστ.

Dark Shadows (2,5*/5)
Ο Tim Burton είναι ένας δημιουργός που ανέκαθεν τραβούσε τα φώτα πάνω του ως αποδέκτης μεγάλης λατρείας από ένα φανατικό κοινό που αντάμειβε με cult status σχεδόν όλες τις ταινίες του. Σύντροφος σε αυτή την καριέρα αποτέλεσε κυρίως o Johnny Depp, με οχτώ συνεργασίες στο κοινό βιογραφικό τους, αγωγός όλης της δημιουργικής τρέλας του εκκεντρικού Αμερικανού δημιουργού από τον Ψαλιδοχέρη (που αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή δουλειά) και μετά, μέχρι το Dark Shadows. Η απογοητευτική υποδοχή της Αλίκης του από τους κριτικούς αλλά η ανάδειξή της σε μία από τις εμπορικότερες ταινίες της καριέρας του δημιούργησε ένα κλίμα αμφισβήτησης γύρω από τον σκηνοθέτη, ο οποίος εγκαινιάζει το 2012 με την πρώτη από τις 2 ταινίες (η άλλη είναι το Frankenweenie) που έχει ετοιμάσει για φέτος.

Ο Barnabas Collins (Johnny Depp) είναι ο γιος μιας πλούσιας εμπορικής οικογένειας, που έχει την ατυχία να τον ερωτευτεί η μοναδική υπηρέτρια που τυγχάνει να είναι μάγισσα. Όταν εκείνος δεν ανταποκρίνεται στην αγάπη της, η Angelique Bouchard (Eva Green) του ρίχνει κατάρα σύμφωνα με την οποία θα πεθαίνει κάθε γυναίκα που εκείνος ερωτεύεται πραγματικά. Α, κι επίσης τον κάνει βρικόλακα, τον αλυσοδένει μέσα σ’ ένα φέρετρο και τον θάβει ζωντανό. Όταν, λοιπόν, ο Barnabas ελευθερωθεί 200 χρόνια μετά, η Αμερική που θα συναντήσει θα είναι πολύ διαφορετική και η Angelique οικονομική κυρίαρχος της πόλης του. Μαζί με τους εναπομείναντες Collins, την Elizabeth (Michelle Pfeiffer) και την κόρη της Carolyn (Chloë Grace Moretz), τον αδερφό της Elizabeth, Roger (Jonny Lee Miller) και τον γιο του David (Gulliver McGrath) αλλά και την βοήθεια της γοητευτικής Victoria (Bella Heathcote) που έρχεται να δουλέψει ως νταντά του David, του οικονόμου της έπαυλης Willie (Jackie Earle Haley) και της Δρος Julia (Helena Bonham Carter) που παρακολουθεί ψυχιατρικά τον David, θα προσπαθήσει να επαναφέρει την οικογένεια στις παλιές δόξες και να ξεφορτωθεί την κατάρα της Angelique μια και καλή. Φυσικά, αυτονόητο είναι το γεγονός ότι κάθε μέλος έχει τα δικά του μυστικά και… υπερφυσικά προβλήματα σε τυπικό μπαρτονικό τρόπο.

Τα καλά νέα είναι ότι, εικαστικά, όλα δείχνουν σαν τον παλιό καλό Burton. Η ατμόσφαιρα είναι αρκούντως goth, τα σκηνικά, αν και μουντά, εξακολουθούν να είναι πολύχρωμα και οι τονωτικές ενέσεις μαύρου χιούμορ στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι πετυχημένες. Το πρόβλημα όμως ξεκινά από την βάση του σεναρίου, όπου ο Burton, ωθούμενος από την αγάπη του προς την original cult σαπουνόπερα, προσπαθεί να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία, χαρακτήρες και υποπλοκές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα αξιοπρεπές μεν φιλμ, αλλά εν τέλει κάπως σχηματικό, διαδικαστικό και χωρίς αρκετή ψυχή. Ο Johnny Depp παραμένει σε φόρμα, η Eva Green είναι χάρμα οφθαλμών ως η σκύλα που λατρεύουμε να μισούμε (ΣΟΚ! η ταινία δεν περιέχει γυμνή σκηνή της), όμως οι υπόλοιποι ηθοποιοί περιορίζονται σε ρόλο κομπάρσου, με αποκορύφωμα τον Jonny Lee Miller που απλά περιφέρεται, και με προσωπικές ιστορίες που δεν βρίσκουν αρκετό χρόνο να αναπνεύσουν, παρά συμπιέζονται με το ζόρι στο φινάλε για μια καταναγκαστική κορύφωση. Παρόλα αυτά, το έργο κακώς αντιμετωπίζεται από πολλούς ως φόλα, σαφώς και δεν είναι, απλά είναι ο φτωχότερος συγγενής των παλαιότερων αριστουργημάτων του μπαρτονικού σύμπαντος.


Haywire (2,5*/5)
Η Gina Carano είναι ο θηλυκός Bourne. Και ο Steven Soderbergh είναι ο πιο πολυσχιδής δημιουργός των τελευταίων ετών. Χωρίς να έχει να επιδείξει κάτι πραγματικά εντυπωσιακό, ο Soderbergh ελίσσεται ανάμεσα στα είδη με όχι απόλυτα υψηλό βαθμό επιτυχίας πάντα (γκουχ contagion γκουχ) όμως μοιάζει να καταλαβαίνει τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει μια ταινία απολαυστική ή, καλύτερα,  ένοχη απόλαυση. Στο Haywire, ο Steven Soderbergh βάζει την Gina Carano τα υψώσει το ανάστημα απέναντι σε όσους την πρόδωσαν στην τελευταία της αποστολή και δεν χάνει ευκαιρία να δείξει πόσο φονικά είναι το σώμα και τα... μπούτια της σε ένα απόλυτα συμπαθές φιλμ, που μοστράρει ένα εντυπωσιακό καστ σε μικρούς ρόλους (Channing Tatum, Michael Douglas, Ewan McGregor, Antonio Banderas, Michael Fassbender) αλλά παραμένει προσγειωμένο και αρκετά μαζεμένο στη σχετικά σύντομη διάρκειά του. Μπορεί η επίδραση των δρώμενων επί της οθόνης να μην διαρκεί για πολύ μετά το τέλος της ταινίας, όμως. ως ένα αμιγώς καταναλωτικό προϊόν, δεν τα καταφέρνει και άσχημα, ας το παραδεχτούμε.


21 Jump Street (3*/5)
Το 21 Jump Street επιστρέφει στην επικαιρότητα, προβιβάζεται στην μεγάλη οθόνη και φρεσκαρίζεται για το σημερινό νεανικό κοινό, επιστρατεύοντας τον (ναι, υποψήφιο για Όσκαρ πλέον) Jonah Hill και τον (διπλοθεσίτη στις νέες κυκλοφορίες) Channing Tatum. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, η ταινία καταφέρνει να είναι διασκεδαστική, με έξυπνα χορογραφημένες σκηνές φάρσας, αστείες ατάκες, πολύ καλή αίσθηση του μέτρου και του timing και ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο, που τελικά έχει χημεία και ξέρει πώς να πασάρει κατάλληλα το προϊόν του. Μάλλον, θα έλεγα ότι είναι από τις ευχάριστες κωμικές εκπλήξεις της χρονιάς.


Perfect Sense (Η αίσθηση του έρωτα) (3*/5)

Στο ξεχασμένο από τις ελληνικές εταιρίες διανομής Perfect Sense, ο Ewan McGregor και η Eva Green δημιουργούν ένα γοητευτικότατο ζευγάρι, του οποίου ο κόσμος σταδιακά διαλύεται όταν μια μυστηριώδης παγκόσμια επιδημία αρχίζει να στερεί μία μία τις ανθρώπινες αισθήσεις. Κυρίως βασισμένο στην ποιητική αφήγηση, δημιουργεί θλίψη, μελαγχολία και στην τελική, παραδόξως, αισιοδοξία, πατώντας με ασφάλεια στα βλέμματα των πρωταγωνιστών και την διαφορετικότητα της υπόθεσης. Παρόλα αυτά, αν κάποιος ξεπεράσει την δύναμη των εικόνων, θα παρατηρήσει πως η ανάπτυξη της ταινίας δεν είναι οργανική, τα γεγονότα μοιάζουν να παρουσιάζονται μηχανικά και οι σκηνές χαρακτηρίζονται από άκομψες μεταβάσεις. Στην τελική, ο σκηνοθέτης David Mackenzie σώζεται από την ισχύ του πρωτογενούς υλικού του, του εξαιρετικά πρωτότυπου σεναρίου του Kim Fupz Aakeson



We bought A Zoo (Ο ζωολογικός μας κήπος) (2*/5)
Το We bought A Zoo, αντιθέτως, δεν αφήνει κλισέ που να μην χρησιμοποιήσει στην εξέλιξη της πλοκής του, ώστε να εκβιάσει την συγκίνηση, το δάκρυ και το "awww" του (εντάξει, όχι και τόσο ανύποπτου) θεατή. Σύμφωνα με την υπόθεση, ρομαντικός χήρος (Matt Damon) αγοράζει ζωολογικό κήπο και μετακομίζει εκεί με τα παιδιά του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της αναδιοργάνωσης και διαχείρισης του, με όλες φυσικά τις συνθήκες να είναι εναντίον του αλλά με τον έρωτα να τον περιμένει ξανά στην συσκευασία της Scarlett Johansson. Όλα τα βήματα που περιμένεις να κάνει ο πρωταγωνιστής θα τα κάνει, εκεί που περιμένεις να γίνει η ανατροπή θα γίνει (και θα γνωρίζεις ποια είναι αυτή) και στο τέλος θα έχεις ξενερώσει τόσο πολύ, που ίσως δεν νιώσεις τίποτα από την σκηνή του φινάλε, που ίσως είναι η μόνη ειλικρινής σκηνή της ταινίες. Βαρετό, χιλιοειπωμένο, αδιάφορα φτιαγμένο και, μάλλον, κάπως παλιομοδίτικο στο σύνολο του, το We bought a zoo είναι η ταινία που δίνει στο Hollywood την φήμη της "ασφαλούς οδού".


Σούπερ Δημήτριος (2,5*/5)
Στον Σούπερ Δημήτριο, η ιστορία του προστάτη υπέρ-ήρωα της Θεσσαλονίκης και της νέμεσής του θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα με διάρκεια μιας ώρας παρά ως δίωρη ταινία που, λόγω έλλειψης σφιχτού μοντάζ, κουράζει και αναιρεί την φρεσκάδα της αρχής. Περισσότερα για την ταινία, εδώ.


Mirror Mirror (Καθρέφτη, Καθρεφτάκη μου) (2,5*/5)

Στο Mirror Mirror, ο Tarsem χαμηλώνει τους τόνους και παρουσιάζει μια ιστορία που δίνει την ευκαιρία στην Julia Roberts να εξασκήσει τις γκριμάτσες της και να επανέλθει στην δημοσιότητα. Τίμιο στις προθέσεις του και ανάλαφρο στην προσέγγισή του, παραλλάσσει τον μύθο της Χιονάτης (η πανέμορφη Lilly Collins), κάνει ενέσεις χαζομάρας στον πρίγκιπα του παραμυθιού, χαρίζει ξυλοπόδαρα στους κλεφταράδες νάνους, ντύνει με τα φανταστικά avant garde κοστούμια της Eiko Ishioka όλο το βασίλειο του παραμυθιού και κλείνει με μια Bollywood σκηνή χορογραφίας, ικανή να παρασύρει κι εσένα στον χορό, υπό την μουσική παραίνεση του λατρεμένου Alan Menken. Στην τελική, παραμένει μια εύπεπτη ιστοριούλα, ένα ανάλαφρο παραμύθι που σκοπό έχει να σε συντροφέψει μιάμιση ώρα και μετά να εξαφανιστεί από το μυαλό σου, χωρίς να σε ταλαιπωρήσει άλλο.


Ghost Rider: Spirit Of Vengeance (Το πνεύμα της εκδίκησης) (1*/5)
Στο σίκουελ του πρώτου Ghost Rider, οι δημιουργοί του Crank χορογραφούν ένα φτηνιάρικο και τηλεοπτικό προϊόν, που προκαλεί δυσφορία μετά το πρώτο πεντάλεπτο. Α και Nicolas Cage, σε προκαλώ να φτάσεις ακόμα πιο κάτω, αν μπορείς. Περισσότερο θάψιμο της ταινίας, εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...