Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

Almodovar's La Piel Que Habito: Τεχνικές Αλμοδοβαρικής Αγάπης

Όταν μπαίνεις στον κινηματογράφο για να δεις Αλμοδόβαρ, ξέρεις τι περιμένεις: έναν κόσμο σουρεαλιστικό, κιτς, γεμάτο χρώμα, εκρηκτικά συναισθήματα, παράλογες εκλογικεύσεις, αγιοποίηση του περιθωριακού και όλα αυτά υπό την μουσική επένδυση του μόνιμα παρόντα Alberto Iglesias. Ένα σύμπαν όπου όλα τα παράλογα φαντάζουν φυσιολογικά και τα πάντα μπορούν να αποκτήσουν λογική εξήγηση μέσα από παράλογες στοιχειοθετήσεις. Αυτό το σύνολο των μεταβλητών είναι που δεν λειτουργεί σε απόλυτη αρμονία στο "Σώμα που κατοικώ" αν και όλα τα στοιχεία βρίσκονται εκεί.

O Antonio Banderas είναι ο Robert Ledgard, ένας πλαστικός χειρούργος που χρησιμοποιεί ανορθόδοξες μεθόδους στην προσπάθειά του να αναπτύξει ένα συνθετικό δέρμα που θα είναι ανεχτικό σε κάθε είδους θερμοκρασία ή κακοποίηση. Αυτές οι ανορθόδοξες μέθοδοι περιλαμβάνουν την Vera (Elena Anaya), την κοπέλα που κρατά φυλακισμένη στο εμπόδιο και αποτελεί το πειραματόζωό του αλλά και κρυφό αντικείμενο του πόθου του. Ωθούμενος από την προσωπική του τραγωδία, είναι άγνωστο μέχρι πού θα φτάσει ο Ledgard όμως έχει σύμμαχο στην όλη προσπάθεια την πιστή του οικονόμο Marilia (Marisa Paredes), η οποία, με τυπικά αλμοδοβαρικό τρόπο, δε θα μείνει αμέτοχη στην ροή των εξελίξεων.

Ο Αλμοδοβάρ, και σε αυτή την ταινία, ασχολείται με το παιχνίδι των ανθρώπινων σχέσεων, οι οποίες ορίζονται καθαρά από την σεξουαλικότητα. Ο Robert και η Vera είναι θύτης και θύμα, φύλακας και κρατούμενος, εραστής και μοιραία γυναίκα, επιθυμία και απωθημένο. Και η Elena Anaya είναι εξαιρετική σε αυτό το πολλαπλό παιχνίδι. Το βλέμμα της είναι θερμό αλλά απειλητικό, ήρεμο και εκρηκτικό. Ο Banderas από την άλλη παραμένει κυρίως ψυχρός, αλλά με την δίψα της εκδίκησης καρφωμένη σε κάθε μυ του προσώπου. Οι σκηνές των δυο τους είναι απρόβλεπτες, κυμαίνονται από το πάθος μέχρι την απόλυτη κενότητα, και η διαρκής αίσθηση ανασφάλειας προσφέρει πολλά στην ταινία.

Αυτό που κρατά το "Δέρμα που κατοικώ" στη σφαίρα του καλού και δεν την τοποθετεί σε μια θέση δίπλα στα αριστουργηματικά "Μίλα της", "Ψηλά Τακούνια" και "Όλα για την μητέρα μου" είναι η αποτυχία αυτή τη φορά του Αλμοδόβαρ να χειριστεί καλά την κωμική πλευρά της ταινίας του. Το κωμικό στοιχείο δεν πλέκεται αρμονικά με τη δραματικότητα των καταστάσεων. Οι ήρωες γίνονται συχνά καρικατούρες, σαν να συμπεριλαμβάνονται στην ταινία κομμάτια αυτοπαρωδίας. Ολόκληρη δε η παρουσία της Marilia θυμίζει γερασμένη ηρωίδα  του Χίτσκοκ. Στην τελική, ο Pedro επιχειρεί να βουτήξει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής αλλά σκαλώνει στα ρηχά. Και αυτό δημιουργεί περισσότερη θλίψη όταν εμφανίζονται σκηνές γνήσιας και αποτελεσματικής αλμοδοβαρικής υστερίας, όπως οι σκηνές του flashback.

Πέδρο, μην μου κρατάς κακία. Πάλι στην πρεμιέρα θα τρέξω στην επόμενη ταινία. Κι ελπίζω εκεί να γελάσω με την ψυχή μου, σκουπίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια μου, όπως έχω μάθει τόσα χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...