Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Νύχτες Πρεμιέρας Review: It follows του David Robert Mitchell

Ανέκαθεν στο genre του τρόμου, η νοσηρή ατμόσφαιρα και το καλό σενάριο ήταν δύο παράμετροι που σπανίως συμβάδιζαν στην ίδια ταινία και αυτό συνέβαινε γιατί στον βωμό της ανάγκης δημιουργίας καταστάσεων τρόμου, η λογική των πρωταγωνιστών έπρεπε να πέσει σε βλακώδη επίπεδα ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξη των εν λόγω καταστάσεων. Το "It follows" δεν σπάει ακριβώς αυτόν τον κανόνα, καθώς οι ήρωές του εξακολουθούν να δρουν κατά στιγμές αψυχολόγητα ή/και ηλίθια, όμως, ανεβάζει τόσο ψηλά τα επίπεδα αδρεναλίνης που πραγματικά δεν μπορείς να του κακιώσεις. Ίσως, επειδή είσαι πολύ απασχολημένος με το να θαυμάζεις τα αριστοτεχνικά καδραρισμένα πλάνα. Ίσως, επειδή βρίσκεις την ιστορία του τόσο υπερβολική ώστε να καταντάει απόλυτα creepy. Ή, ίσως επειδή δεν μπορείς να ξεκολλήσεις από τον διπλανό σου από τον φόβο. 


Η αφετηρία δίνεται με ένα υποβλητικό πλάνο στο οποίο η κάμερα γυρίζει 360 μοίρες, ακολουθώντας μια κοπέλα που τρέχει έντρομη στην γειτονιά, προσπαθώντας να ξεφύγει από κάτι που μόνο εκείνη βλέπει. Λίγα λεπτά αργότερα, η ίδια η κοπέλα θα βρεθεί νεκρή στην παραλία, χωρίς κανείς να γνωρίζει τον ένοχο. Θα πρέπει να περάσουν λίγα ακόμα λεπτά ώστε να μάθουμε ότι η ταινία αφορά ένα STD, δηλαδή sexually transmitted... demon, που καταδιώκει τον καταραμένο μέχρι εκείνος να το περάσει στον επόμενο. Όμως, μέχρι τότε, η πρωταγωνίστριά μας, η Jay, θα έχει ήδη σημαδευτεί από την κατάρα και οι φίλοι της θα πρέπει να βρουν έναν τρόπο για να γλιτώσουν μια και καλή από αυτό που τους ακολουθεί.

Είναι ένα premise που θα μπορούσε εύκολα να καταλήξει γελοίο, όπως αμέτρητες ταινίες τρόμου των late 70s/early 80s, οι οποίες άνθισαν μαζί με τις βιντεοκασέτες. Και, όντως, το It follows μοιάζει να αποτίει φόρο τιμής σε εκείνη την περίοδο ρίχνοντας μια διάχυτη αναχρονιστική ατμόσφαιρα στα δρώμενα, με μουσική που μοιάζει να ήρθε από ένα b-movie εκείνης της εποχής (εκπληκτικοί οι Disasterpeace, παρεμπιπτόντως), με σκηνικά που θα ανήκουν για πάντα στα αιώνια αμερικανικά προάστια και πρωταγωνιστές που θα μπορούσαν να είναι άνετα οι συμμαθητές της Jamie Lee Curtis στο Halloween.

Αυτό, όμως, που δεν θυμίζει την μέση ταινία που θα συναντούσες στο τμήμα τρόμου ενός βιντεοκλαμπ είναι η προσεγμένη σκηνοθεσία και η συνεχής έμπνευση νέων τρόπων για την αποτύπωση του τρόμου, χωρίς να γίνεται ποτέ υπερβολική χρήση ενός μόνο μέσου. Ναι, υπάρχουν τα απότομα τρομάγματα. Ναι, υπάρχουν και οι παραπλανητικοί κίνδυνοι. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν στατικά (πάντα καδραρισμένα άψογα) κάδρα όπου ο τρόμος βρίσκεται στις λεπτομέρειες, tracking shots όπου η ατμόσφαιρα της παράνοιας αγγίζει κόκκινο και what-the-fuck καθημερινά στιγμιότυπα που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν σχέση με το "κακό" σε ίσο ποσοστό.

Ακόμα κι αν η πλοκή ακολουθεί λίγο περισσότερο από όσο θα ήθελα τον κανόνα Stephen King, δηλαδή "τέλεια ιδέα, ελκυστική ανάπτυξη, λίγο random τέλος", συμπεριλαμβανομένου και του άτσαλου φινάλε, τίποτα δεν μπορεί να αναιρέσει την γενικότερη αίσθηση γαματοσύνης (#επαγγελματική_κριτική) του όλου project. Ο David Robert Mitchell αναμφισβήτητα ξέρει πώς να σκηνοθετεί, γνωρίζει τον σωστό τρόπο για να πατήσει το γκάζι, έχει αίσθηση του timing και του βηματισμού της εξέλιξης και καταφέρνει να κολλήσει το μάτι του θεατή στην οθόνη, ψάχνοντας να βρει τον τρόπο να προειδοποιήσει τους ήρωες (οι χαρακτήρες του Scream θα περνούσαν πολλά βράδια φωνάζοντς "Πίσω σου!" στους ήρωες του It follows). Επιπλέον, είναι κάπως αστείο το γεγονός ότι αν στερήσεις από το It follows όλα τα μυθολογικά horror στοιχεία, παραμένεις με μια ταινία που ουσιαστικά διατυμπανίζει τα κακά του σεξ καλύτερα από οποιαδήποτε καμπάνια "αγνότητας" μπορούσε να φανταστεί ένα αμερικανικό μυαλό!

Στην τελική, το It follows είναι μια ταινία με αγνό midnight fun, που θα σε κάνει να κοιτάζεις αλλιώς τον κόσμο γύρω σου. Στηρίζεται εξίσου σε τρομάγματα και δημιουργία ατμόσφαιρας και αρέσκεται στο να παραπλανεί σχετικά με την πραγματικό προσανατολισμό του τρόμου. Εξάλλου, το concept τού επιτρέπει να μην χρειάζεται να αναλύσει ψυχαναλυτικά τους ήρωές παρά να αφιερώσει τον χρόνο του σε αποτελεσματικές τρομακτικές σκηνές. Γιατί, ευτυχώς (ή, δυστυχώς, εξαρτάται από σένα), ο τρόμος της ταινίας δεν ξεθωριάζει μετά το μαύρο του τέλους. Την πάτησες. (4*/5)

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Reviews: Οι υπόλοιπες ταινίες της διοργάνωσης


Τις τελευταίες ημέρες, παραδέχομαι ότι σας έχω ζαλίσει με τα αναλυτικά σχόλια για της ταινίες της φετινής Mostra που μονοπώλησαν κυρίως το δικό μου ενδιαφέρον, ελπίζω και άλλων. Πέρα, όμως, από τις κραυγαλέες περιπτώσεις, υπάρχουν και τα φιλμ που δεν δικαιολογούν την αφιέρωση ολόκληρου κειμένου, όμως, είναι κρίμα κι άδικο να κλείσουν τον φεστιβαλικό κύκλο (για τώρα, γιατί στο μέλλον είναι σίγουρο ότι θα συναντήσουμε ξανά αρκετά από αυτά) χωρίς έστω μια σύντομη αναφορά. Το τελευταίο κείμενο που αφορά την φετινή Βενετία αξιολογεί τις χαμηλότερου προφίλ ταινίες της διοργάνωσης σε 3... 2... 1...

Venice Review: She’s Funny That Way του Peter Bogdanovich

Αλήθεια πόσο καιρό έχουμε να δούμε πραγματικά καλή κωμωδία, πόσω μάλλον φαρσοκωμωδία; Κι όμως, το She's Funny That Way έρχεται για να σώσει ολόκληρο το genre από την αφάνεια, να θυμίσει κάτι από Ernst Lubitsch και κάτι από παλιό Woody Allen αλλά κυρίως να αποτελέσει υπενθύμιση του παλιού καλού Bogdanovich και έναν φόρο τιμής σε ολόκληρο το είδος της φαρσοκωμωδίας, που τελευταία αγνοείται επιδεικτικά προς υποστήριξη του "μοντέρνου, σοβαρού κινηματογράφου". Αμήν και Αλληλούια!

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: Red Amnesia (Chuangru zhe) του Xiaoshuai Wang

Τι μπορείς να γράψεις για μια ταινία, την οποία απολαμβάνεις περισσότερο όσο λιγότερα στοιχεία γνωρίζεις για αυτή; Ότι σίγουρα ήταν μία από τις δύο καλύτερες ταινίες που είδα φέτος στην Βενετία (η δεύτερη ήταν ο μεγάλος νικητής, φυσικά), ότι είναι ένα φιλμ που χρειάζεται μία σχετική υπομονή για να βυθιστείς σταδιακά στον κόσμο του, ότι αφηγείται μια ιστορία που συνδυάζει το κοινωνικό δράμα με το καθαρόαιμο θρίλερ και ότι η ερμηνεία της πρωταγωνίστριας, μέχρι το τέλος, έχει αναδειχθεί σε κάτι μεγαλειώδες  και συναισθηματικά αβάσταχτο. Τι άλλο χρειάζεται να ξέρεις;

Venice Review: Le dernier coup de marteau (The last hammer blow) της Alix Delaporte

Το φετινό φεστιβάλ Βενετίας δεν έδειξε φειδώ στην επιλογή γαλλικών ταινιών εντός διαγωνιστικού αλλά τελικά κράτησε την καλύτερη για το τέλος. Μπορεί το "3 Cœurs" του Benoît Jacquot να προέκυψε κενό και απογοητευτικά μη-fun, το "La rançon de la gloire" του Xavier Beauvois να κατέληξε αφελές και σχηματικό και το "Loin des hommes" να αποδείχτηκε καλογυρισμένο αλλά χωρίς την πρωτοτυπία που θα το καθιέρωνε στην φιλμική ιστορία, όμως, το "Le dernier coup de marteau" της Alix Delaporte, στην δεύτερη μόλις ταινία της, κατάφερε να δείξει όλη την τρυφερότητα που δεν επέδειξαν τα προηγούμενα φιλμ και να αποτελέσει μια ματιά γεμάτη κατανόηση σε ταλαιπωρημένους χαρακτήρες, χωρίς ίχνος μεμψιμοιρίας ή μοιρολατρείας ή έστω διάθεσης για κοινωνικά σχόλια, χρησιμοποιώντας μόνο την μουσική του Μάλερ ως τον συνδετικό κρίκο μιας διαλυμένης οικογένειας.

Venice Review: Nymphomaniac, Uncut του Lars Von Trier

Ύστερα από έναν ολόκληρο χρόνο προώθησης, σκανδάλων, παραφιλολογίας, φημών, την προβολή της ταινίας σε δύο (πρώτο και δεύτερο) "λογοκριμένα" – αλλά με την άδεια του Lars Von Trier – μέρη και την αναμονή της πλήρους, uncut εκδοχής του "Nymphomaniac", μπορούμε, πλέον, να αναφωνήσουμε ότι φτάσαμε… στο τέλος της διαδρομής. Με σχεδόν μιάμιση ώρα επιπλέον υλικό (και την συνολική διάρκεια να αγγίζει τις πεντέμισι ώρες), περισσότερες αναγωγές από την πλευρά του Σέλιγκμαν, αμέτρητες διεισδύσεις και μεγαλύτερες εναλλαγές μεταξύ της πιο σκοτεινής ανθρώπινης πλευράς και της απόλαυσης (ή και όχι) των σεξουαλικών επεισοδίων της ζωής της Joe, το Nymphomaniac επιτέλους παρουσιάστηκε όπως το οραματίστηκε αρχικά ο πιο εκκεντρικός (ή και ιδιοφυής) σκηνοθέτης της εποχής για να σοκάρει, να (ξανά) εκπλήξει και να επιβεβαιώσει ότι οι ενστάσεις (κυρίως για το δεύτερο μέρος) δεν ευσταθούσαν. Το Nymphomaniac είναι απλά ένα αριστούργημα.

Venice Review: The Humbling του Barry Levinson

Αν νομίζατε ότι η ιστορία ενός έκπτωτου ηθοποιού και η προσπάθειά του να βάλει σε τάξη τη ζωή του πριν από την πρεμιέρα της επιστροφής του στο θεατρικό σανίδι ήταν αποκλειστικό προνόμιο του "Birdman" στη Mostra του 2014, κάνετε μεγάλο λάθος. Το "The humbling" (ναι, βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Philip Roth) του Barry Levinson έχει ακριβώς τον ίδιο θεματικό άξονα και παρουσιάζει ακόμα και μερικές πανομοιότυπες σκηνές με την ταινία του Iñárritu, από την εκκίνηση της εξομολόγησης στον καθρέφτη μέχρι την σκηνή όπου ο ηθοποιός εγκλωβίζεται έξω από το ίδιο του το θέατρο και ακόμα παραπέρα έως το φινάλε, όπου η πραγματικότητα συναντά την θεατρική σκηνή. Το τελικό αποτέλεσμα έχει πλάκα και είναι ανάλαφρο, δεν έχει, όμως, την πολυπλοκότητα του "Birdman", ούτε την ίδια δύναμη στις κωμικές και τις τραγικές στιγμές του. Έχει, όμως, ακόμα μία εκπληκτική ερμηνεία του Al Pacino. Δίκαιο.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: Loin des hommes (Far from men) του David Oelhoffen

Ας ξεκινήσουμε λέγοντας ότι σίγουρα το Loin Des Hommes δεν είναι η πιο πρωτότυπη ταινία που πρόκειται να δεις. Αν δε αγαπάς τον Γαλλικό κινηματογράφο, σίγουρα έχεις δει αρκετές ακόμη ταινίες που αφορούν συγκεκριμένα την έκρυθμη κατάσταση στην Αλγερία της δεκαετίας του 1950, με πιο πρόσφατη από αυτές το "Hors la loi" του Μπουσαρέμπ. Αν, όμως, αποφασίσεις να αγνοήσεις το αρχικό deja-vu και να δώσεις μια ευκαιρία στην συνέχεια, τότε είναι βέβαιο πως το φιλμ έχει να προσφέρει πολύ καλά πράγματα. Ανάμεσά τους, κι έναν Βίγκο Μόρτενσεν να προσθέτει Γαλλικά και Αραβικά στις γλώσσες με τις οποίες έχει ερμηνεύσει. 

Venice Review: They have escaped (He ovat paenneet) του J. P. Valkeapää

Φρεσκάδα. Τόλμη. Η εναλλακτική Οδύσσεια δύο κατατρεγμεμένων με ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε αδερφούς Γκριν. Μπόλικες απρόβλεπτες εξελίξεις. Στυλιζάρισμα. Επίγνωση του εαυτού της. Παραμύθι. Τρόμος. Καρδούλα. Δεν μπορώ να γράψω δομημένο κείμενο για αυτή την ταινία αλλά θα προσπαθήσω να αποτυπώσω τι σκεφτόμουν όσο την έβλεπα. Σε κάθε περίπτωση, μην παραλείψετε να την δείτε όταν σας δοθεί η εμπειρία.

Venice Review: Ich seh, ich seh (Goodnight Mommy) των Veronika Franz και Severin Fiala

Δεν χρειάζονται περισσότερα από δέκα λεπτά για να βυθιστείς απόλυτα στον κόσμο του "Goodnight Mommy". Αυστηρά πλάνα που μαρτυρούν με την σύνθεσή τους ανείπωτες αλήθειες, μια χρωματική παλέτα που συναντάς ακόμα μόνο στο παραδοσιακό φιλμ και προκαλεί το δέος, ατμόσφαιρα που αξιοποιεί στο έπακρο την ομορφιά της φύσης και τον τρόμο της απομόνωσης, βλέμματα που υπόσχονται ειλικρίνεια αλλά φανερώνουν μια πραγματικότητα σε αμφισβήτηση, ένα μυστήριο που όχι μόνο απαιτεί την λύση του αλλά και απόδειξη για τον αν υπήρχε καν εξαρχής. Όμως, το σκηνοθετικό ντεμπούτο της συζύγου του Ούλριχ Ζάιντλ, Βερόνικα Φραντς, και του Σεβερίν Φιάλα δεν έχει απλά σκοπό να βυθίσει τον θεατή στον κόσμο του αλλά να τον τρομοκρατήσει ρουφώντας σταδιακά το οξυγόνο από την αίθουσα. Και το καταφέρνει με αξιοθαύμαστη ικανότητα.

Venice Review: Manglehorn του David Gordon Green

Αν η ζωή κάνει κύκλους, τότε σίγουρα ο David Gordon Green βρίσκεται ξανά στην αρχή της καριέρας του. Κι αν το "Prince Avalanche" φαινόταν αρχικά ως ένα διάλειμμα από τον "κάφρικο" κινηματογράφο με τον οποίο είχε γίνει τελευταία συνώνυμος ("Your highness, The Pineapple Express"), το "Joe" (το οποίο κέρδισε και το βραβείο ανερχόμενου ηθοποιού για τον Τye Sheridan στην περσινή Mostra) επιβεβαίωσε ότι ο Green γύρισε για τα καλά στις θεματικές περιοχές όπου τον γνωρίσαμε με το "George Washington" του 2000, συνεχίζοντας να χρησιμοποιεί καθημερινούς, ακόμα και περιθωριακούς ανθρώπους, ως πρωταγωνιστές και επιστρέφοντας στον "υπαρξισμό" των πρώτων του ταινιών, παρακολουθώντας ήρωες οι οποίοι καλούνται να δουν αλλιώς τη ζωή και το μέλλον τους. Καλώς ήρθες στην παρέα, κύριε Manglehorn.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: La rançon de la gloire (The Price of Fame) του Xavier Beauvois

Αν δεν υπάρχει μια γαλλικουριά που σέβεται τον εαυτό της σε ένα φεστιβάλ, τότε δεν μπορεί να υπάρξει φεστιβάλ. Είναι μια παράδοση, ευτυχώς, συνεπής γιατί υπάρχει κι ένα φεστιβάλ Γελλόφωνου κινηματογράφου που πρέπει να εξασφαλιστεί αλλά και μια ολόκληρη ελληνική θερινή περίοδος που πρέπει με κάποιον τρόπο να γεμίσει με ταινίες όσες αίθουσες παραμένουν ανοιχτές. Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι από τον Ξαβιέ Μποβουά των (και των δύο βραβευμένων στις Κάννες με το μεγάλο βραβείο της επιτροπής) "N'oublie pas que tu vas mourir" και "Des dieux et des hommes" περίμενα κάτι πολύ παραπάνω από μια γαλλική ταινία της σειράς αλλά, υποθέτω, το DNA δεν είναι τόσο εύκολο να το καταπολεμήσεις.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: The Boxtrolls (3D) των Graham Annable και Anthony Stacchi

Στο πρώτο τέταρτο του Boxtrolls, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου λόγια παρά μόνο η παιχνιδιάρικη μουσική του Michael Giacchino να συνοδεύει τις υπέροχες εικόνες, που διηγούνται το origin της ιστορίας, πανέμορφο, γοτθικό, σκοτεινό, όπως θα ήταν ένα παραδοσιακό παραμύθι των αδερφών Γκριμ. Είναι μια φανταστική εκκίνηση που τονίζει όλα εκείνα τα στοιχεία της Laika, που έκαναν το ParaNorman τόσο μοναδική ταινία (σωστή αίσθηση timing, απόλυτα κινηματογραφική αισθητική, προσοχή στην λεπτομέρεια, σωστές δόσεις χιούμορ, έμφαση στο κινηματογραφικό παρελθόν, κυρίως, των ταινιών τρόμου) και επιβεβαιώνει ότι, στις προθέσεις των δημιουργών, η καρδιά της ταινίας είναι εξίσου σημαντική με την (άψογη) τεχνική της.

Venice Review: 99 homes του Ramin Bahrani

Είναι πολύ εύκολο να κατηγορήσεις τον Ramin Bahrani για ηθικολογία και για εύκολο διδακτισμό. Οι χαρακτήρες του έχουν πάντα μια ξεκάθαρη ηθική διαδρομή, πάντα ένα δίλημμα τύπου "σωστό ή λάθος" να αντιμετωπίσουν, πάντα έναν σαφή ηθικό κώδικα συμπεριφοράς, τον οποίο καλούνται ή να τιμήσουν και ενδεχομένως να χάσουν ή να καταπατήσουν και να γίνουν εύκολα, αλλά με τίμημα, νικητές.Στις πρώτες ταινίες του Bahrani (Chop Shop, Man Push Cart, Goodbye, Solo), οι ηθικοπλαστικές πινελιές δεν χτυπούν τόσο έντονα, ίσως επειδή και η αφήγηση κρατά χαμηλούς τους τόνους. Στο "At any price", όμως, την ταινία όπου ο Bahrani συνάντησε το Holywood, αυτοί οι "χαμηλοί τόνοι" έδωσαν την θέση τους σε ένα πρώτης τάξης επαρχιακό μελόδραμα, χωρίς τακτ και λεπτότητα. Σε ποια κατηγορία δύναται να κατηγοριοποιηθεί, λοιπόν, το "99 homes";

Venice Review: A Pigeon Sat on a Branch Reflecting on Existence του Roy Andersson

Όποιος έχει δει τις δύο προηγούμενες ταινίες του Ρόι Άντερσον, "Τραγούδια από τον δεύτερο όροφο" και "Εσείς, οι ζωντανοί" γνωρίζει περίπου τι να περιμένει από την ταινία, που κλείνει την τριλογία των Ζωντανών, ή αλλιώς την προσπάθεια του Ρόι Άντερσον να σχολιάσει, να κριτικάρει, να παρηγορήσει και τελικά να κατανοήσει την ανθρώπινη ύπαρξη, μέσα από μικρές καθημερινές σκηνές, οι οποίες αθροιστικά αποκαλύπτουν την αλήθεια: ένα αριστούργημα.

Venice Review: The Look of Silence του Joshua Oppenheimer

Όποιος έχει δει το Act of Killing, γνωρίζει ότι ο Τζόσουα Οπενχάιμερ δεν διστάζει να πλησιάζει απροκάλυπτα την σκληρότητα του θέματος, ούτε προσπαθεί να κρυφτεί πίσω από μαρτυρίες ψεύτικης μεταμέλειας και δακρύων. Καταγράφει την παράνοια των δολοφόνων με χαμόγελο, τους αφήνει να αστειευτούν για τις βαρβαρότητες που πραγματοποίησαν κατά τα νεανικά τους χρόνια (και οι οποίες, ακόμα τους φέρνουν σε θέση ισχύος) και μαγνητοσκοπεί την καθημερινότητά τους σαν να πρόκειται για τους ήρωες της διπλανής πόρτας. Για εκείνον, το ανθρώπινο τέρας βρίσκεται δίπλα μας και δεν χρειάζεται καμία υποκρισία, ούτε υπερβολική δραματοποίηση για το αυτονόητο (αν και σαφέστατα, ανατριχιαστικό).

Venice Review: 3 Cœurs (3 Hearts) του Benoît Jacquot

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας κινηματογραφικός ήρωας μπλέκει σε ένα ερωτικό τρίγωνο και μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν πρόκειται να είναι η τελευταία. Δεν είναι, επίσης, η πρώτη φορά που οι δύο γωνίες του ερωτικού τριγώνου αφορούν άτομα της ίδιας οικογένειας. Το διαφορετικό που επιχειρεί να κάνει, όμως, ο Jacquot με το "3 Coeurs" είναι ότι θέλει να παρουσιάσει ένα πρώτης τάξεως υλικό για μελόδραμα με έναν κλινικό, ψυχρό τρόπο, σαν θρίλερ. Αυτό, όμως, που μάλλον δεν επιθυμεί αλλά του προκύπτει αβίαστα, τελικά, είναι να παρουσιάσει ένα βαρετό, ανέμπνευστο έργο, που καταφεύγει στην ίδια παράταιρη ηχητική υπόκρουση ξανά και ξανά, προσπαθώντας να ανάψει έστω και λίγο τα αίματα.

Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: Sivas του Kaan Mujdeci

Μπορεί ο Φατίχ Ακίν να ήταν ο δημιουργός Τουρκικής καταγωγής που διαφημίστηκε περισσότερο στην φετινή Mostra, όμως ο πραγματικός Τουρκικός θησαυρός βρισκόταν αλλού, μακριά από την διαφήμιση και την προβολή της προ-φεστιβαλικής περιόδου, καλά κρυμμένος στο ντεμπούτο του Καάν Μουζντετσί, "Sivas", την ταινία που ακολουθεί τον μικρό Ασλάν και τον σκύλο του, τον Σίβας, στην καθημερινότητα της μακρινής Ανατολίας. Μια καθημερινότητα που περιλαμβάνει αναγκαστικά το σχολείο, τις οικογενειακές αγγαρείες, τις πρώτες αντιπάθειες και συμπάθειες του σχολικού περίγυρου (και, ναι, φυσικά και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα) και... βάρβαρες κυνομαχίες, στις οποίες ο Sivas φαίνεται να θέλει να νικήσει για να ικανοποιήσει το αφεντικό του.

Venice Review: The Cut του Fatih Akin

Όταν ξεκινάει το "The Cut", μερικά λευκά γράμματα σε μαύρο φόντο ενημερώνουν τον θεατή ότι η Οθωμανική αυτοκρατορία στις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου βρίσκεται σε παρακμή. Κατά συνέπεια, όλες οι μειονότητες θεωρούνται εχθροί για την αυτοκρατορία. Χρειάστηκαν, δηλαδή, μόλις λίγα δευτερόλεπτα για να μισήσουν οι Τούρκοι τον Φατίχ Ακίν και να προκληθούν οι πρώτες ανατριχίλες, με την βοήθεια της υποβλητικής μουσικής. Ανατριχίλες, οι οποίες έμελλε, δυστυχώς, να είναι και οι τελευταίες της ταινίας.

Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Venice Review: Hungry Hearts του Saverio Costanzo

Η πρώτη σκηνή της ταινίας είναι βγαλμένη κατευθείαν από την σφαίρα των ρομαντικών κομεντί. Ο Τζουντ (Άνταμ Ντράιβερ) και η Μίνα (Άλμπα Ρορβάκερ) έχουν κλειστεί στην τουαλέτα ενός Κινέζικου εστιατορίου, κανείς δεν ακούει τις φωνές τους, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο άβολη λόγω των εντερικών διαταραχών του Τζουντ, προσπαθούν να κάνουν αστεία μεταξύ τους για να σπάσει ο πάγος, κανείς δεν ξέρει αν πρόκειται να ξανασυναντηθούν ποτέ μετά την "απελευθέρωσή" τους. Στην επόμενη σκηνή, ο Τζουντ και η Μίνα συζούν. Η Μίνα παράλληλα ανακαλύπτει ότι είναι έγκυος. Στην αμέσως επόμενη σκηνή, χορεύουν ξέφρενα το What a feeling στον γάμο τους. Cut και ο γιος τους έχει ήδη γεννηθεί.

Venice Review: Birdman (or The unexpected virtue of Ignorance) του Alejandro González Iñárritu

Από την πρώτη στιγμή μέχρι το τελευταίο του πλάνο, το "Birdman" του Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιαρίτου συνοδεύεται από μια τζαζ μουσική επένδυση, που παραλλάσσει τα ίδια μοτίβα ξανά και ξανά, τρυπάει το μυαλό με την επαναληπτικότητα και  την επιμονή της και αποτελεί τελικά το πιο ταιριαστό σχόλιο για την παράνοια που επικρατεί μέσα στο μυαλό του πρωταγωνιστή. Ταυτόχρονα, η συνεχής περιστροφή της κάμερας μέσα στα παρασκήνια του θεάτρου, οι ματιές που ρίχνει στον καθρέφτη, η συνεχής εναλλαγή των χρωματισμών, των σκιών και των εκτυφλωτικών φωτισμών της σκηνής δεν είναι παρά μια επίσκεψη σε έναν απόλυτα γοητευτικό κόσμο, που μπορεί να υπάρχει ή μπορεί να είναι η υλική υπόσταση ενός εφιάλτη, μια πραγματικότητα όπου ο "Μαύρος Κύκνος" συναντά την "Νύχτα Πρεμιέρας" και οι δυο μαζί την Αποκάλυψη. Εξάλλου, ο κόσμος του "Birdman" έχει το δικό του κόστος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...